Για ποιους λόγους δεν λειτουργεί το «πρέπει να χάσω κιλά»

«Πρέπει να χάσω κιλά». Σας φαίνεται οικείο; Αναγκαίο; Βασανιστικό ίσως;
Αν γνωρίζατε με ποιους τρόπους η έκφραση αυτή «σαμποτάρει» την επιτυχία του όποιου εγχρειρήματός
σας, μάλλον θα αλλάζατε άμεσα –αν μη τι άλλο- τη διατύπωσή της!

 

άρθρο από τη: Μαργαρίτα Οκτωράτου
Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, Πτυχιούχος Χαροκόπειου Πανεπιστημίου Αθηνών
MSc Διατροφή, Δημόσια Υγεία και Πολιτικές Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
NLP Master Practitioner
Nutribalance by mo | Nutrition Mindset ReMODeling®

 

Και τώρα θα σας μιλήσω όσο μπορώ πιο ειλικρινά ως διαιτολόγος με 10ετή ακαδημαϊκή εκπαίδευση και
15ετή εμπειρία στο να εργάζομαι με ανθρώπους που θέλουν να μειώσουν το βάρος τους: Η φράση
«θέλω να χάσω κιλά» και οτιδήποτε έχει σχέση με «απώλεια» πάντοτε με ενοχλούσε και μου
δημιουργούσε ένα αίσθημα αμηχανίας – μέχρι που μετά και την ολοκλήρωση του NLP Master
Practitioner με την NLPGreece αντιλήφθηκα πλήρως το γιατί.

Και, χωρίς να μπούμε σε «τεχνικές» λεπτομέρειες, απλά ας το αναλογιστούμε λίγο και μαζί. Μπορεί να
θέλετε «χάσετε» κιλά για να είστε πιο υγιής ή για να νιώσετε καλύτερα με τον εαυτό σας. Και
σκέφτεστε και λέτε «πρέπει να χάσω κιλά».

Για αρχή, τι είναι τα κιλά, κλειδιά για να τα χάσετε; Τι θα συμβεί αν κάποια στιγμή τα ξαναβρείτε; Για
πιο λόγο να θέλετε να «χάσετε» οτιδήποτε; Και, για θυμίστε μου, για πιο λόγο είπαμε ότι «πρέπει» να
χάσετε κιλά;

Όταν «όλα είναι στο μυαλό»

Όλα τα «βασανιστικά» αυτά ερωτήματα μοιάζουν αστεία μεν, σχετίζονται δε με τον τρόπο με τον οποίο
λειτουργεί το μυαλό μας. Το μυαλό από το οποίο ξεκινάει οποιαδήποτε συνειδητή προσπάθεια επίτευξης
οποιουδήποτε στόχου όπως είναι και η μείωση του βάρους. Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

  • Μία από τις βασικές «αρχές λειτουργίας» του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι ότι εξυπηρετεί έναν
    απώτερο σκοπό – που είναι να διασφαλίσει την επιβίωση και διαιώνισή μας. Και έχει πολλούς
    (νευρο-βιο-ψυχολογικούς) μηχανισμούς για να διασφαλίζει κάτι τέτοιο – όπως το να συνεργάζεται
    περίφημα με το πεπτικό μας σύστημα και τις… λιποαποθήκες μας. Ενδεικτικά, όταν «αδειάζει» το
    στομάχι, ή «πέφτουν» τα επίπεδα ενέργειας στον οργανισμό, ή ακόμα και του λίπους στο σώμα
    (όταν π.χ. διώχνουμε τα πρώτα μας κιλά σε μια διαδικασία «δίαιτας»), τότε εκκρίνονται οι ορμόνες
    της πείνας (π.χ. γκρελίνη), ώστε να αυξηθεί η λήψη τροφής και να εξισσοροπηθούν τα αποθέματα
    ενέργειας | να γεμίσει το στομάχι | να ξαναγεμίσουν με λίπος τα λιποκύτταρα. Και όλα αυτά στα
    πλαίσια της «ομοιόστασης», δηλαδή της ζωτικής αρχής για διατήρηση της εσωτερικής κατάστασης
    του οργανισμού ως έχει – έστω και με πολλά κιλά. Γιατί ποιος μας είπε ότι ο εγκέφαλός μας τα
    θεωρεί «περιττά»;
  • Και είναι και το κέντρο ανταμοιβής: όλες εκείνες οι δομές του εγκεφάλου και τα νευρικά μονοπάτια
    που είναι υπεύθυνα για την αντίληψη της ανταμοιβής – από εκείνη που σχετίζεται με την συνειρμική
    μάθηση (που εξηγεί την ικανοποίησή μας όταν μαθαίνουμε κάτι καινούριο), το σύστημα παροχής
    κινήτρων (που εξηγεί την κινητοποίηση ή την λαχτάρα μας να κάνουμε οτιδήποτε) και τα
    συναισθήματα που σχετίζονται με την ευχαρίστηση και την ηδονή. Κοινώς, όταν τρώμε κάτι νόστιμο
    ενεργοποιείται το κέντρο ανταμοιβής στον εγκέφαλό μας και εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο
    είμαστε «δικτυωμένοι» σε επίπεδο εγκεφάλου είναι και απολύτως φυσιολογικό το να συνεχίζουμε
    να αναζητούμε αυτό το κάτι νόστιμο που μας προκαλεί ευχαρίστηση. Αυτό ίσως εξηγεί το γιατί
    μερικές φορές σε κάποιους από εμάς φαντάζει τόσο δύσκολο το να μην καταφύγουμε σε εκείνο το
    φαγητό ή γλυκό – ειδικά όταν νιώθουμε δυσάρεστα. Και, αντίθετα, γιατί πάντα υπάρχει και κάτι
    θετικό, το γιατί νιώθουμε ικανοποίηση όταν πετυχαίνουμε οτιδήποτε – μικρό ή μεγάλο. Και αυτό το
    τελευταίο έχει ιδιαίτερη σημασία όταν επιλέγουμε – και σχεδιάζουμε – το σχέδιο δράσης μας για να
    διώξουμε – συνειδητά αυτή τη φορά – τα περιττά κιλά.
  • Και είναι και οι γνωστικοί μηχανισμοί και όλες εκείνες οι διαδικασίες με τις οποίες αποφασίζουμε το
    τί, πόσο και πότε να φάμε. Και οι οποίες μπορεί να σχετίζονται με τη μνήμη και την ικανότητά μας
    να ανακαλούμε προηγούμενες εμπειρίες μας σε σχέση με το φαγητό, τις προσδοκίες, τις διαδικασίες
    με τις οποίες λαμβάνουμε αποφάσεις, ακόμα και τις πεποιθήσεις ή και αντιλήψεις μας σχετικά με
    την κατανάλωση φαγητού και τις συνέπειες των επιλογών αυτών στο κοντινό ή άμεσο μέλλον. Σε
    ένα καλό σενάριο, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι, ακόμα και αν πεινάμε πραγματικά (βιολογική πείνα)
    ή νιώθουμε έντονα την ανάγκη να φάμε επειδή περιμένουμε ότι θα νιώσουμε στιγμιαία καλύτερα,
    μπορούμε τελικά να «αντισταθούμε» στο όποιο ερέθισμα π.χ. με το να στρέψουμε την προσοχή μας
    αλλού, να ικανοποιήσουμε την ανάγκη μας να νιώσουμε καλύτερα με μία άλλη επιλογή, ή να
    εστιάσουμε στα οφέλη που θα αποκομίσουμε μελλοντικά. Σε ένα όχι καλό σενάριο, και δεδομένου
    ότι μιλάμε για γνωστικές λειτουργίες (μνήμη, αντίληψη, διαδικασία λήψης αποφάσεων, μάθηση,
    κ.λπ.), και για ερεθίσματα (π.χ. εικόνα ή σκέψη), τρόπους σκέψης (π.χ. μπορώ ή δεν μπορώ να
    αντισταθώ) και παραγόμενες συμπεριφορές (ελέγχω ή υπερκαταναλώνω), μπορούμε να
    χαρτογραφήσουμε, να τροποποιήσουμε και να εξασκήσουμε κάθε ένα από αυτά ώστε να παράξουμε
    το πιο λειτουργικό για εμάς αποτέλεσμα.

Μια αρχή ελέγχου, πολλοί εναλλακτικοί τρόποι διαχείρισης

Ας έχουμε κατά νου ότι, επί της αρχής, το σωματικό μας βάρος δεν «χάνεται» από μόνο του ή με κάποιο
αδιευκρίνιστο μηχανισμό. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε ένα αρνητικό ισοζύγιο ενέργειας. Δηλαδή, η
ενέργεια από οτιδήποτε τρώμε ή πίνουμε θα πρέπει να είναι μικρότερη από όση δαπανούμε για τις
μεταβολικές μας ανάγκες και τη σωματική μας δραστηριότητα. Και αυτό το αρνητικό ενεργειακό
ισοζύγιο να το επιδιώκουμε και για ένα εύλογο χρονικό διάστημα, ανάλογα με το αρχικό και με το
βάρος που θέλουμε να διώξουμε, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες μας – καθώς και τη
μέθοδο/διαδικασία/προσέγγιση που θα επιλέξουμε. Για την ακρίβεια, χρειάζεται ένα αρνητικό ισοζύγιο
της τάξης των 7500kcal για να φύγει ένα κιλό βάρους και σε χρονικό διάστημα που υπό φυσιολογικές
συνθήκες ορίζουμε εμείς. Και η συστηματική σωματική δραστηριότητα βοηθά – όχι μόνο για να «καίμε»
περισσότερες θερμίδες, αλλά και για να κρατάμε τη μυϊκή μας μάζα, και το μεταβολικό ρυθμό μας σε
εγρήγορση, και για να νιώθουμε και καλά (με τις γνωστές ενδορφίνες που παράγονται κατά την
άσκηση). Τρόποι για να πετύχουμε το αρνητικό ενεργειακό ισοζύγιο μπορεί να υπάρχουν πολλοί –
θερμιδικός περιορισμός στα πρότυπα του μεσογειακού μοντέλου διατροφής ή και όχι, δίαιτες της μόδας
ή «FAD» κ.ο.κ. Χωρίς να είναι πρόθεση του παρόντος άρθρου να μιλήσει για την προσέγγιση που είναι
ασφαλής για την υγεία όσο και αποτελεσματική, λαμβάνοντας υπόψη και τις παραμέτρους που
προαναφέραμε, καθένας από εμάς, όταν έρχεται η στιγμή να ελέγξει το βάρος του, ελέγχει την
προσέγγιση που είναι εφικτή και ρεαλιστική και μακροπρόθεσμα βιώσιμη για εμάς και τις ανάγκες μας;
Λαμβάνει υπόψη την ανάγκη για «έξυπνη» στοχοθεσία (ώστε το εγχείρημα να είναι «καταδικασμένο» να
πετύχει) και πλάνο δράσης με ενδιάμεσα σημεία ελέγχου και δυνατότητα επαναπροσαρμογής με βάση
τα αποτελέσματα; Τελικά, δρούμε βάσει σχεδίου ή απλά ευχόμαστε να χάσουμε τα περιττά μας κιλά;
Από όλα τα παραπάνω, και ακόμα περισσότερα που θα αναλύσουμε μελλοντικά, φαίνεται ότι, το «θέλω
να χάσω» (ως πρόταση ή επιθυμία) δεν μπορεί από μόνο του να αποτελέσει – τουλάχιστον για το μυαλό
μας σε επίπεδο νοητικής λειτουργίας – ένα ισχυρό κίνητρο ώστε να κάνει οτιδήποτε – πόσο μάλλον να
μειώσει τα αποθέματα λίπους του και να ρισκάρει να «απωλέσει» και τη μία από τις λίγες και άμεσες
πηγές απόλαυσής του. Όταν λοιπόν αποφασίζουμε ότι, το να μειώσουμε το βάρος μας είναι σημαντικό
για εμάς, θα έχουμε πολύ περισσότερες πιθανότητες να πετύχουμε όταν θέσουμε ξεκάθαρους,
ρεαλιστικούς στόχους, και έπειτα καταστρώσουμε ένα σχέδιο που λαμβάνει υπόψη όλους τους
μηχανισμούς και όλες τις παραμέτρους, το ακολουθήσουμε βήμα-βήμα, και το αναπροσαρμόσουμε
όποτε χρειαστεί, μέχρι να πετύχουμε τον τελικό μας στόχο. Και αυτό μπορεί να είναι άλλη μία υπέροχη
ιστορία επιτυχίας.