Blog, NLP Coaching, Γονείς & έφηβοι, Προσωπική Ανάπτυξη

Βγαίνοντας Από Τον Ρόλο Του Γονέα : Το NLP Για Ισότιμες Σχέσεις Ενηλίκων

Όλοι έχουμε βρεθεί σε αυτή τη θέση: ο φίλος που μας παίρνει συνέχεια τηλέφωνο σε κατάσταση πανικού ζητώντας τη βοήθειά μας για το κάθε τι, ο συνάδελφος που αφήνει τις εκκρεμότητες του να συσσωρεύονται μέχρι να αναγκαστούμε εμείς να παρέμβουμε για να μην εκτεθεί η ομάδα, ή ο σύντροφος που δηλώνει «ανίδεος» για βασικές λειτουργίες του σπιτιού, αναγκάζοντάς μας να τα αναλαμβάνουμε όλα εμείς.

Ενώ από τη μία δείχνουμε ότι είμαστε εκεί για τους άλλους, παρατηρείται να δημιουργείται μια συγκεκριμένη δυναμική. Πιάνουμε τον εαυτό μας να γκρινιάζει συνεχώς, να προσπαθεί να οργανώσει τα δικά του πράγματα και, τελικά, να καταλήγει να καταπιάνεται να “σώζει” τους άλλους από διάφορες καταστάσεις. Χωρίς να το συνειδητοποιούμε, έχουμε παραχωρήσει τη θέση μας ως ισότιμο μέλος στη σχέση, είτε αυτή είναι φιλική, επαγγελματική ή ερωτική, για τη θέση του υποκατάστατου γονέα. Αν και αισθανόμαστε ότι προσφέρουμε βοήθεια, στην πραγματικότητα παγιδευόμαστε σε έναν φαύλο κύκλο που αναστέλλει την εξέλιξη και των δύο πλευρών.

Η Ψυχολογική Δομή Της Δυναμικής «Γονέα-Παιδιού» Στις Σχέσεις Ενηλικών

Για να κατανοήσουμε γιατί ορισμένοι ενήλικες συμπεριφέρονται σε άλλους ενήλικες σαν να είναι παιδιά, ανατρέχουμε στη Συναλλακτική Ανάλυση (Transactional Analysis – TA), μια θεωρία που αναπτύχθηκε από τον Dr. Eric Berne τη δεκαετία του 1950. Ο Berne υποστήριξε ότι σε κάθε δεδομένη στιγμή λειτουργούμε μέσα από μία από τις τρεις «Καταστάσεις του Εγώ»:

  1. Ο Γονέας: Μπορεί να είναι  «φροντιστικός» ή «επιριτικός» τύπος. Αφορά σε σκέψεις, συναισθήματα και συμπεριφορές που αντιγράφονται από γονείς ή πρότυπα εξουσίας.
  2. Ο Ενήλικας: Υιοθετεί αντιδράσεις που αφορούν στο «εδώ και τώρα», οι οποίες είναι αντικειμενικές και λογικές.
  3. Το Παιδί: Αναπαράγει συμπεριφορές και συναισθήματα από την παιδική ηλικία.

Στις υγιείς σχέσεις ενηλίκων, επιδιώκουμε την επικοινωνία Ενήλικα προς Ενήλικα. Ωστόσο, όταν ένα άτομο εισέρχεται στην κατάσταση του «Παιδιού», εμφανίζεται να ενεργεί ανεύθυνα ή καθιστώντας τον εαυτό του ανήμπορο να διαχειριστεί καταστάσεις. Ετσι μπορεί να «παγιδεύει» το άλλο άτομο σε μία μόνιμη κατάσταση «Γονέα».

Για παράδειγμα, αν ένας συνάδελφος σας πει: «Δεν μπορώ να καταλάβω αυτό το λογισμικό, είναι πολύ δύσκολο!» (Παιδί) και εσείς απαντήσετε: «Μην ανησυχείς, αστο σε μένα, θα το αναλάβω εγώ» (Φροντιστικός Γονέας), ολοκληρώνεται μια συναλλαγή μεταξύ σας που επιβεβαιώνει την ανικανότητα του. Μελέτες στην κοινωνική ψυχολογία υποδηλώνουν ότι η τάση για υπερλειτουργικότητα και overachievement ενός ατόμου πυροδοτεί ακούσια τη Μαθημένη Αβοηθησία (Learned Helplessness) στον άλλον, μια κατάσταση όπου το άτομο παύει να προσπαθεί επειδή μαθαίνει να πιστεύει ότι κάποιος άλλος, ο «γονέας» της σχέσης, θα παρέμβει πάντα για να σώσει την κατάσταση.

 

Γιατί το κάνουμε;

Αν ο ρόλος του «γονέα» για άλλους ενήλικες είναι εξαντλητικός, γιατί επιμένουμε σε αυτόν; Τα αίτια είναι συχνά βαθιά ριζωμένα στις δικές μας ψυχολογικές ανάγκες:

  • Ανάγκη για Έλεγχο: Όταν ελέγχουμε τους άλλους, αισθανόμαστε μια αίσθηση τάξης. Αν σταματήσουμε, ερχόμαστε αντιμέτωποι με το άγχος μιας πιθανής αποτυχίας τους.
  • Αυταξία μέσω της Χρησιμότητας: Πολλοί ταυτίζουν το να είναι απαραίτητοι με το να είναι αγαπητοί.
  • Το Τρίγωνο του Δράματος: Το μοντέλο του Stephen Karpman περιγράφει τρεις ρόλους: τον Θύτη, το Θύμα και τον Σωτήρα. Όταν «νταντεύουμε» έναν ενήλικα, παίζουμε τον ρόλο του Σωτήρα. Βέβαια, ο Σωτήρας συχνά μπορεί να μετατραπεί σε Θύτη όταν εξαντληθεί συναισθηματικά και αρχίσει να επιτίθεται στο «Παιδί» για την αδράνειά του.

Η Νευροεπιστήμη Της Ωριμότητας

Η ωριμότητα δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά το αποτέλεσμα της εκτελεστικής λειτουργίας του προμετωπιαίου φλοιού. Για να αναπτυχθεί αυτή η λειτουργία, ο εγκέφαλος χρειάζεται αυτό που ονομάζουμε «ανάδραση σφάλματος» (error feedback). Όταν ένας ενήλικας αποτυγχάνει να διαχειριστεί τον χρόνο του ή τις ευθύνες του και βιώνει τις αρνητικές συνέπειες (π.χ. μια απώλεια προθεσμίας ή έναν καυγά), ο εγκέφαλός του λαμβάνει ένα σήμα ότι το τρέχον «πρόγραμμα» συμπεριφοράς δε λειτουργεί. Αυτό το σήμα είναι η κινητήρια δύναμη για τη νευροπλαστικότητα, την αναδιοργάνωση των νευρικών συνδέσεων ώστε να παραχθεί μια νέα,πιο ώριμη συμπεριφορά.

Όταν παρεμβαίνουμε ως «γονείς», εξαλείφουμε αυτό το σήμα σφάλματος. Ουσιαστικά, βραχυκυκλώνουμε τη μάθηση του άλλου και  του στερούμε την ευκαιρία να αναπτυχθεί.
Τα παραπάνω ευθυγραμμίζονται και με μία θεμελιώδη αλήθεια της συμπεριφορικής ψυχολογίας, σύμφωνα με την οποία η εσωτερική παρακίνηση είναι ο μόνος βιώσιμος μοχλός αλλαγής.

Ο Χάρτης Δεν Είναι Η Περιοχή: Η Βασική Αρχή Του NLP

Σύμφωνα με το NLP, δεν αντιδρούμε όλοι οι άνθρωποι στην ίδια αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά στην εσωτερική αναπαράσταση που έχουμε δημιουργήσει γι’ αυτήν, αυτό που ονομάζουμε «εσωτερικό χάρτη».

Φανταστείτε έναν χάρτη της Αθήνας. Ο χάρτης δεν είναι η ίδια η πόλη, αλλά μια απλοποιημένη αναπαράσταση της που βοηθά στην πλοήγηση. Αν ο χάρτης σας έχει λάθη ή είναι παλιός, θα χαθείτε.

Στις σχέσεις, η «περιοχή» είναι αυτό που ισχύει (π.χ. ένας συνάδελφος που ξέχασε μια πολύ σημαντική αναφορά). Ο «Χάρτης» όμως περιλαμβάνει αυτό που ισχύει και την ερμηνεια που προσδίδει κάποιος : «Είναι ανεύθυνος, αν δεν τον βοηθήσω θα απολυθεί και θα φταίω εγώ».

Όταν, λοιπόν, ο δικός σας εσωτερικός χάρτης για τις σχέσεις (φιλικές, επαγγελματικές ή ερωτικές) περιλαμβάνει την εγγεγραμμένη πεποίθηση ότι «Νοιάζομαι για κάποιον σημαίνει ότι φροντίζω για να μην έρθει ποτέ σε δύσκολη θέση», τότε ο εγκέφαλός σας θα ενεργοποιεί αυτόματα την αντίδραση του εξαναγκαστικού ελέγχου. Για εσάς, η «διάσωση» του άλλου ατόμου είναι ο μόνος δρόμος που γνωρίζει ο χάρτης σας.

To NLP δεν προσπαθεί να αλλάξει εσάς ή το άλλο άτομο,, αλλά να διευρύνει τον δικό σας χάρτη. Αν προσθέσετε στον χάρτη σας την πληροφορία «Ο σύντροφος/φίλος/συνάδελφός μου είναι ένας ενήλικας με δικά του εφόδια και δυνατότητες που μπορεί να μάθει από τα λάθη του», τότε αλλάζει και η αντίδρασή σας απέναντί του.

NLP & Νευροπλαστικότητα

Το NLP βασίζεται στη νευροπλαστικότητα γιατί μας δίνει τα εργαλεία να «επανεγγράψουμε» τις νευρικές διαδρομές μας. Όταν αλλάζουμε τις λέξεις που χρησιμοποιούμε και τον τρόπο που αναπαριστάμε τους άλλους στο μυαλό μας, ο εγκέφαλός μας αρχίζει να σχηματίζει νέες συνάψεις.

Αντί για την παλιά διαδρομή: [Λάθος άλλου -> Πανικός -> Διάσωση], δημιουργείται μια νέα: [Λάθος άλλου -> Παρατήρηση -> Εμπιστοσύνη στην ικανότητά του να το λύσει και ίσως καθοδήγηση.

Με την επανάληψη, αυτή η νέα διαδρομή γίνεται η κυρίαρχη. Έτσι, το NLP αλλάζει τον τρόπο που ο εγκέφαλός μας επεξεργάζεται την κοινωνική αλληλεπίδραση, οδηγώντας σε πραγματική και μόνιμη αλλαγή συμπεριφοράς.

Η Δύναμη του Modeling

Το modeling αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο και την ίδια την απαρχή του NLP. Κάθε εξαιρετική ικανότητα έχει μια δομή. Αν μπορούμε να εντοπίσουμε και να χαρτογραφήσουμε αυτή τη δομή, μπορούμε να αναπαράγουμε την ικανότητα. Η διαδικασία αυτή εστιάζει σε τρία επίπεδα που λειτουργούν ως ένα αλληλένδετο σύστημα:

  1. Οι Πεποιθήσεις και οι Αξίες (Beliefs & Values): Είναι το «γιατί» πίσω από τη συμπεριφορά. Στην περίπτωση του ατόμου που αναλαμβάνει τον ρόλο του γονέα στις σχέσεις του αυτή είναι η εξής: «αν δεν βοηθήσω, είμαι κακός άνθρωπος».
  2. Η Γλώσσα και οι Στρατηγικές Σκέψης (Linguistic Patterns): Πώς επεξεργάζεται τις πληροφορίες; Τι γλώσσα χρησιμοποιεί και πώς δημιουργεί το αφήγημα που λέει στον εαυτό του και τους άλλους;
  3. Η Φυσιολογία (Physiology): Η στάση του σώματος, ο ρυθμός της αναπνοής και οι μυϊκές συσπάσεις. Για παράδειγμα, η ηρεμία στη φυσιολογία αποτελεί προϋπόθεση για την δηλαδή «Ενήλικα προς Ενήλικα» (Adult-to-Adult), επικοινωνία.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι το modeling είναι μια λειτουργική (pragmatic) διαδικασία. Στον NLP, δίνουμε έμφαση σε αυτό που «δουλεύει» για την επίτευξη ενός στόχου.

  • Αποτελεσματικότητα vs Πρόθεση: Κάποιος μπορεί να υιοθετεί μια «κακή» ή σκληρή συμπεριφορά (π.χ. έναν απότομο τρόπο διακοπής μιας συζήτησης), η οποία όμως έχει αποτέλεσμα σε ό,τι αφορά στη διαφύλαξη των ορίων, του προσωπικού του χρόνου και της ψυχικής του υγείας. Το Modeling μας επιτρέπει να δούμε την ωφέλεια μιας συμπεριφοράς χωρίς απαραίτητα να την υιοθετήσουμε όπως ακριβώς είναι, αλλά κρατώντας τον πυρήνα της αποτελεσματικότητάς της.
  • Contextual Modeling: Εστιάζουμε στη συγκεκριμένη δεξιότητα κάποιου, όχι σε όλη την προσωπικότητά του. Οπότε, ακόμη κι αν κάποιος δεν μας ταιριάζει σαν χαρακτήρας στο σύνολό του, μπορούμε ακόμη να μάθουμε από αυτόν μεσα από τον τρόπο που διαχειρίζεται μια κατάσταση σε ένα πλαίσιο.

Self-Modeling: Ο Εσωτερικός σας Εμπειρογνώμονας

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εφαρμογές είναι το Self-Modeling που περιλαμβάνει την ανάλυση των δικών μας συμπεριφορών. Μόλις απομονώσουμε το εσωτερικό «λογισμικό» που τις καθοδηγεί, μπορούμε, βάσει της νευροπλαστικότητας, να μεταφέρουμε μία επιτυχημένη συμπεριφορά και σε άλλα πλαίσια. Ουσιαστικά, διδάσκουμε στον εαυτό μας πώς να χρησιμοποιεί τις ήδη υπάρχουσες πηγές του σε διαφορετικές καταστάσεις.

2 Τεχνικές NLP Για Τη Διακοπή του Κύκλου

Ακολουθούν δύο στρατηγικές βασισμένες στον NLP για να επανέλθουμε σε μια σχέση «Ενήλικα προς Ενήλικα»:

Αναπλαισίωση (Reframing)

Η αναπλαισίωση μας βοηθά να δούμε την ίδια συμπεριφορά, μέσα από διαφορετική σκοπιά. Αντί να βλέπουμε την παρέμβασή μας ως «καλοσύνη» και δείγμα αγάπης, η αναπλαισίωση μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι, στην πραγματικότητα, το να επιτρέψουμε σε κάποιον να αποτύχει δεν είναι ένδειξη αδιαφορίας, αλλά η ύψιστη μορφή σεβασμού προς την ικανότητά του να εξελιχθεί.

Στις επαγγελματικές σχέσεις, αυτό σημαίνει ότι επιτρέπουμε σε έναν συνάδελφο να συνειδητοποιήσει τις συνέπειες μιας κακής απόδοσης. Στις προσωπικές, σημαίνει ότι σταματάμε να δικαιολογούμε την ανωριμότητα του φίλου ή του συντρόφου μας στους τρίτους. Η απεμπλοκή μας από το «Τρίγωνο του Δράματος», δημιουργεί τον χώρο που χρειάζεται ο άλλος για να σταθεί, επιτέλους, στα δικά του πόδια.

Γλωσσικά Μοτίβα & Meta-Model

Το Meta Model στον NLP είναι ένα σύνολο ερωτήσεων που σκοπό έχουν να αποσαφηνίσουν τις γενικεύσεις και τις παραμορφώσεις στη γλώσσα μας. Όταν κάποιος λειτουργεί στην κατάσταση του «Παιδιού», χρησιμοποιεί συχνά καθολικούς προσδιοριστές (π.χ. «Πάντα τα θαλασσώνω») ή μοντέλα αναγκαιότητας (π.χ. «Δεν μπορώ να το κάνω»).

Αντί να απαντήσουμε συναισθηματικά, γονεϊκά (Parent mode), μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το Meta Model για να τους βοηθήσουμε να έρθουν στην κατάσταση του Ενήλικα:

  1. Πρόκληση ουσιαστικής κουβέντας: Όταν λένε «Δεν έχω χρόνο να σε βοηθήσω γιατί δεν μπορώ να οργανώσω καλά το πρόγραμμά μου», μπορούμε να ρωτήσουμε: «Τι συγκεκριμένα σε εμποδίζει;» Αυτό μετατοπίζει την εστίαση από την αβοηθησία στην διερεύνηση της αντικειμενική δυσκολία που αντιμετωπίζει ο άλλος.
  2. Ανάκτηση της Ευθύνης: Αν λένε «Με κάνεις να νιώθω πίεση», η προσέγγιση είναι να αναρωτηθούμε ή/και να ρωτήσουμε ευθέως: «Βοήθα με να καταλάβω. Τι ακριβώς κάνω και εσύ νιώθεις πίεση;» Έτσι, μπορούμε να προκαλέσουμε τον τρόπο που συνθέτει τη σκέψη του άλλου ατόμου, και να αναδειχθεί η ουσία του θέματος και τι αναλογεί στον καθένα.

Η κατανόηση των ψυχολογικών μηχανισμών είναι το πρώτο βήμα, αλλά η οριστική απεμπλοκή από τον ρόλο του «γονέα» απαιτεί συστηματική επανεκπαίδευση του νευρικού μας συστήματος. Αν επιθυμείτε να μετασχηματίσετε τον τρόπο που αλληλεπιδράτε στις σχέσεις σας, το πρόγραμμα NLP University Practitioner προσφέρει μια ολοκληρωμένη διαδρομή διάρκειας 6 μηνών, σχεδιασμένη να μετατρέψει τη γνώση σε αυτόματη δεξιότητα.

Να θυμάστε ότι η επίτευξη της ωριμότητας είναι μια μοναχική διαδρομή. Μπορείτε να προσφέρετε ένα υποστηρικτικό περιβάλλον, αλλά δεν μπορείτε να αναλάβετε εξ’ολοκλήρου το βάρος της εξέλιξης του χαρακτήρα κάποιου άλλου. Είτε πρόκειται για σύντροφο, φίλο ή συνάδελφο, ο ρόλος σας είναι να είστε συνοδοιπόρος, όχι κηδεμόνας του.

 

Αλεξάνδρα Ευθυμιάδου PhD
Ψυχολογία & Neuro-Linguistics
Ιδρύτρια nlpgreece®
Affiliated with NLP University, Santa Cruz, California