Ο Αετός ήταν έτοιμος από το βράδυ

ο Αετός, παρκαρισμένος δίπλα στην πόρτα, έτοιμος να απογειωθεί από το διαμέρισμα κιόλας. Κι ας είναι στο ισόγειο. Ο Αετός αυτός ήταν φτιαγμένος από αυτοπεποίθηση.

Ο μικρός τον είχε έτοιμο από μέρες. Τον είχε μάθει κάποτε ο παππούς του πως να το κάνει, αλλά δεν κατάφερε να τα συνδυάσει αυτά που ήξερε με το πως τα έφερε η ζωή.
Για χρόνια μεσολάβησαν διάφορα. Πάντα κάτι έλειπε από το σπίτι.
Μια απώλεια έπαιρνε την ευκαιρία μακριά και ο Αετός έμενε ή στην πρόθεση να πετάξει ή δεν φτιαχνόταν ποτέ.
Αυτή τη χρονιά τα πράγματα είχαν καταλαγιάσει.
Είχε υποσχεθεί και στη μάνα πως θα της έκανε ένα δώρο για την ημέρα της γυναίκας. Να της δείξει πως τη νοιάζεται, πως τα μετρά αυτά που υπομένει για κείνον και ας ήταν μικρός, να φανεί πως τα μετράει. Δεν της είχε μιλήσει ποτέ. Άλλωστε πια ήταν οι δυο τους. Κανείς άλλος. Άσε που πια είχαν ξεχρεώσει κι από αναποδιές και από προβλήματα. Τα πλήρωσαν και ξόφλησαν μαζεμένα.
Ήθελε να της κάνει δώρο έκπληξη. Μια μικρή ταινία. Ένα βιντεάκι.
Όλα τα είχε κανονίσει.

paper kightΑρχικά ο Αετός είχε τσεκαριστεί σε κάθε καιρικό φαινόμενο.
«Μην τον εμπιστεύεσαι το Μάρτη, είναι χιλιόγνωμος…» έλεγε ο παππούς.
Στα τόσα χρόνια, που περίμενε το τέλειο πέταγμα, ο Αετός είχε αποκτήσει αεροδυναμική αριστεία.
Το πείσμα του μικρού άλλωστε να καταφέρει να φτιάξει τον ιδανικό χαρταετό είχε καταφέρει να μετασχηματίσει κάθε αποτυχία του σε πληροφορία και υλικό για να τον βελτιώσει.
Είχε ξεκινήσει με ξύλο και χαρτί και είχε φτάσει σε ειδικά νάϋλον και σκελετό από πολυπροπυλένιο. Η ουρά είχε ραμμένες πάνω της πολλές δοκιμές. Είχε πολλές ώρες πτήσης.
Πρωινά πριν το σχολείο.
Μεσημέρια σε κάτι ξώφαλτσες κοπάνες. Απογεύματα μετά το μπάσκετ που η μάνα αργούσε να πάει, γιατί την κρατούσαν παραπάνω τα αφεντικά στο γραφείο. Ο χαρταετός είχε ιεραρχηθεί ψηλά στις προτεραιότητές του.
Ήταν που του σφηνώθηκε η ιδέα να κάνει στη μάνα ένα δώρο.
Να της πει αυτά που δε μπορούσε ούτε να τα χορέψει. Μπορούσε να τα χορέψει ο αετός του. Να της πει εκεί από ψηλά, σε μια θέση αυτοκύριαρχη και μακρινή, ποια καρέ από τη διαδρομή των 5 ετών, που τους άφησαν τους δυο τους μόνο, ήθελε να κρατήσει και ποια να αφήσει να φύγουν μαζί με τις βροχές και τα σύννεφα από τα κούλουμα, που χάσανε και δεν πρόλαβαν.

Αρχικά βρήκε τον Πέτρο. Ήταν πιο μεγάλος. Τον θαύμαζε και πάνω σε αυτό το θαυμασμό έχτισε τη φιλία του. Ο Πέτρος ήταν 3η Λυκείου. Ο ωραίος στην τάξη. Ήθελε να γίνει σκηνοθέτης. Θα έφευγε για Λονδίνο την επόμενη χρονιά. Ήταν πολύ ταλαντούχος και πρακτικά του έκανε χάρη που θα πήγαινε για το βίντεο του με το Drone. Όμως είχε φανεί πως το έκανε με την καρδιά του και όχι γιατί ο μικρός του έκανε τον βοηθό σε κάποιες φωτογραφίσεις.
Η μάνα του Πέτρου ήταν διάσημη συγγραφέας και ο πατέρας του φωτογράφος, από κείνους, που είχαν δουλειές τους σε όλα τα περιοδικά και τις εφημερίδες. Κάποια φορά που πήγαιναν για να πιάσει το φυσικό φως σε συγκεκριμένη ώρα με τα ποδήλατα, του είχε μιλήσει και για το δικό του πατέρα. Που τον έχασε. Και για τον παππού που ακολούθησε, τη γιαγιά και μέσα σε 3 τάξεις άδειασε το σπίτι τους.
Κάποιες φορές κουβαλούσε και το χαρταετό όσο ο Πέτρος έστηνε τα φωτογραφικά του. Μιλούσαν για τους πατεράδες τους αλλά μέσα από ιστορίες, που είχαν πρωταγωνίστριες τις μανάδες.

Αυτό πάλι; Ήταν από τα περίεργα.
Μιλούσαν λίγο, κάποιες φορές χωρίς να το έχουν συννενοηθεί και ήταν σα να μοιράζονταν τις ίδιες αράδες σε ένα κοινό σενάριο.
Κάποια φορά, από κείνες που κυνηγούσαν το τέλειο φως, ο Πέτρος του μίλησε για το τέλειο κύμα. Αυτό που κυνηγάνε κάτι σέρφερ στην άλλη άκρη της γης και κάνουν ταξίδια ολόκληρα μίλια, για μια στιγμή.

«Δεν είναι μόνο για μια στιγμή» είπε ο Πέτρος. «Η μια στιγμή είναι σαν άγκυρα που κρατά μαζεμένη όλη την εμπειρία και όλα τα ταξίδια πίσω της.»

«ο πατέρας μου έλεγε κάτι τέτοια…»

«καλλιτέχνης ήταν ο μπαμπάς σου;»

«όχι… αλλά ούτε εσύ είσαι που τα λες σε μένα, μαύρα μεσάνυχτα που κυνηγάμε το φως κρυφά πριν ξημερώσει…»

Μετά δε μιλούσαν.
Ο Πέτρος έκανε το θυμωμένο, αλλά δεν ήταν.
Κάποιες άλλες φορές όταν σταματούσαν μετά τις ανηφόρες να πάρουν μια ανάσα με το ποδήλατο, του έπιανε πάλι συζήτηση.

Ένα τέτοιο πρωί πριν κυνηγήσουν πάλι το τέλειο φως ο Πέτρος έφερε μαζί του και τον Ηλία.
Ήταν ενδιάμεσα τους ηλικακά. Ο Ηλίας έγραφε καταπληκτικά. Έδινε στίχους και σε κάποιο συγρότημα, είχε μαζέψει υλικό για καμπόσα βιβλία και ήταν ο μαθητής που αγαπάνε όλες οι μανάδες να έχουν να παινεύουν όταν φλυαρούν στο προαύλιο. Αλλά οι δικές τους μανάδες δεν ήταν έτσι. Δεν προλάβαιναν να φλυαρούν.
Εκείνο το πρωί ο Ηλίας του έδωσε να διαβάσει κάτι.

Ο μικρός το κράτησε πάνω στον κόρφο του λες κι ήταν δικό του. Σα φυλαχτό.

«αυτό που έγραψες, είναι το πιο ωραίο πράγμα που έχω διάβασει στη ζωή μου»

«σιγά ρε, τέτοια γράφω 500 τη μέρα»

«τόσα πολλά… Άρα αν στο ζητήσω δε θα σου λείψει. Και να στο αγοράσω μπορώ, Πόσα το πουλάς;»

«Σιγά ρε Ωνάσση. Θα στο χαρίσω. Τι θα το κάνεις;»

«Θέλω να το βάλω σε ένα βιντεάκι. Θα με βοηθήσει ο Πέτρος. Δήλαδή αυτός θα το κάνει. Εγώ απλά θα πετάξω το Χαρταετό και αν τελικά είσαι και εσύ οκ θα μπει από κάτω αυτό που έγραψες.»

«Και το βίντεο ρε συ τι θα το κάνεις;»

«Θα το δώσω στη μάνα μου. Θέλω να της πω πολλά τόσα χρόνια αλλά δε μπορώ να το βρω με τις λέξεις. Ούτε να το χορέψω μπορώ, όπως έλεγε ο πατέρας μου. Μπορεί να το χορέψει ο χαρταετός μου»

«….Μάλιστα. Γιαυτό τον κουβαλάς κάθε μέρα; »

«Γιαυτό. Θα μου δώσεις τους στίχους σου;»

«Εσύ θα κάνεις τον πρωταγωνιστή κι εμείς τη λάτζα έτσι;»

«…ο χαρταετός μου πρωταγωνιστεί»

«Πότε έχουμε γύρισμα;»

«Αύριο» είπε ο Πέτρος και στους δύο, σηκώνοντας την κουκούλα του. «Λοιπόν κόφτε την πάρλα, πάμε σχολείο…»

Την επόμενη έκαναν κοπάνα. Κι οι 3. Βρέθηκαν με τα ποδήλατα στο ίδιο σημείο που βρίσκονταν πάντα.
Έκείνη την Παρασκευή βρήκαν το τέλειο φως. Ο χαρταετός σηκώθηκε αμέσως και κινήθηκε με προκλητική μαεστρία στον ουρανό. Φιγουράριζε πάνω στα χρώματα της ανατολής, λες και ήξερε πως παίζει σε ταινία. Η ουρά του ήταν υπόδειγμα Μηχανικής και τα νάϋλον του έκαναν μια γυαλάδα που έμοιαζε με επαγγελματικό εφφέ.
Ο μικρός πετούσε τον Αετό του και πετούσε κι ο ίδιος από χαρά. Σα να είχαν ξεκολλήσει τα πόδια του από τη γη και να κυνηγούσε το drone του Πέτρου.
Ο Ηλίας έγραφε κάτι δικά του.

Μεταξύ τους δε μίλησαν και πολύ.
Πήγαν σε ένα καφέ μακριά από το σχολείο για να έχουν και ίντερνετ.
Ο Πέτρος μόνταρε πολύ γρήγορα στο λάπτοπ του τα πλάνα.
Ο Ηλίας του έσπρωξε ένα χαρτί με τους στίχους, που χάρισε στο μικρό.

«Θα σου βάλω και μουσική… να βρω κάτι να μην έχουμε θέμα με δικαιώματα» είπε ο Πέτρος.

Ο μικρός δε μιλούσε. Μόνο ανυπομονούσε.

«40 δευτερόλεπτα» είπε ο Πέτρος «…δε χρειάζεται παραπάνω, θες να το δεις;»

Πέσανε όλοι πάνω από την οθόνη.

Ο Πέτρος είχε καταφέρει να γράψει τον ήχο του θροΐσματος, όπως ο χαρταετός έσκιζε τον αέρα, το φτερούγισμα από τα πολύχρωμα νάϋλον στο φως του ήλιου που έβγαινε μέσα στα κόκκινα και στα πορτοκαλί και μετά να τον κυνηγάει η κάμερα όπως ήθελε να σπάσει τα δεσμά της καλούμπας και να φύγει.
Μετά γύρισε η κάμερα στην αλάνα, στα παιδιά, πήγε πιο πάνω και έπαιρνε τον αετό να κάνει κύκλους πάνω τους, πάνω από την πόλη, όπως την έγδυνε το φως του ήλιου και χωρίς να καταλάβει κανείς τους πως και πότε μπήκε η μελωδία, , άκουγαν και τη μουσική.

Μετά μπήκε το κείμενο του Ηλία. Σαν υπότιτλος..

«…κι όπως είσαι εκεί κάτω από τα σύννεφα, πάνω από την πόλη, νιώσε αυτοκυριαρχία που δεν πατάς στη γη και βάλε στη σειρά όλες αυτές τις ώρες που δεν πέταξες και έμεινες στη κάτω κολλημένος.
Βάλτες να μπουν η μια δίπλα απ’ την άλλη.
Όπως τα σπίτια στις γειτονιές, τοίχο με τοίχο.
Κι αν ακόμη το μάτι σου μείνει στη γη, γέμισε αέρα στα κενά και πήγαινε πιο πάνω.
Και τότε εκεί, πιο μακριά, που δεν ακούς μα μόνο τη φωνή σου, δες πόσο καλά κατάφερες να μην τα καταφέρνεις, γιατί αλλιώς πως θα μπορούσες να χαρείς ολόκληρη τούτη εδώ τη θέα. Σα μια αχνή χρονογραμμή, ίδια με την κλωστή σου.
Κι αν φοβηθείς όσα μπορείς θυμήσου το με μια κλωστή πας πίσω.
Κι αν φοβηθείς τ’αντίθετο αφήσου… Χωρίς κλωστή πας πιο μπροστά και τώρα μόνο ξεκουράσου…»

 

από τη Μαριάννα Αντωνακάκη
NLP Master P & Founder of NowLetsPlay®


*
…Ο μικρός δεν είναι ανώνυμος από έλλειψη φαντασίας. Είναι αυτός που παίρνει κάθε όνομα και είναι καθένας από μας. Είναι αυτός ο μικρός ή ο μεγάλος, που ξέρει πως να παίρνει την πληροφορία όταν δεν κερδίζει αυτό που θέλει και ξέρει να συνεχίζει όχι απτόητος, αλλά αποφασισμένος. Είναι αυτός που κάνει πράξη το no failure only feedback, κι αυτός που γνωρίζει πως αρκεί μια απόσταση, από το χρόνο και το γεγονός για να δεις με φως όλη τη μεγάλη εικόνα. Να πας βόλτα στη χρονογραμμή σου, με όρεξη να βολτάρεις στ’ αλήθεια.
Κάποιες φορές ξέρουμε πως να κερδίζουμε. Κάποιες ξέρουμε πως να μην κερδίζουμε και έχουμε μάθει πως να νικάμε και από τις δύο όψεις του κέρδους, κάθε κέρδους, μη ξεχνώντας πως η εμπειρία και η γνώση είναι από τις μεγαλύτερες νίκες στον κόσμο.

Please follow and like us:
error