Blog

ΔΕΠΥ – NLP: Νευροπλαστικότητα και ο Καθοριστικός Ρόλος της Γονεϊκότητας

Μπορεί ακόμη να είναι καλοκαίρι, αλλά ήδη πολλοί γονείς σκέφτονται ότι τα σχολεία αργά ή γρήγορα θα ξεκινήσουν και πάλι. Για κάποιους από αυτούς, αυτή η περίοδος γεννά γνώριμα ερωτήματα:  “Πώς πήγε το παδί την περασμένη χρονιά, τι λειτούργησε καλά; Τι όχι;”  “Μήπως πρέπει να εξετάσουμε την επιλογή ενός καθηγητή για ιδιαίτερα, ή ενός ευνοικότερου  περιβάλλοντος  και διαφορετικής υποστήριξης;”  Για άλλους, αρχίζουν να εμφανίζονται βαθύτερες ανησυχίες, ιδιαίτερα όταν οι δυσκολίες ενός παιδιού στην προσοχή, στη συμπεριφορά ή στην ακαδημαϊκή του απόδοση φαίνονται επίμονες. Μία από αυτές τις περιπτώσεις είναι η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο σε εκπαιδευτικά και κλινικά περιβάλλοντα.

Αυτό το άρθρο εξερευνά τη ΔΕΠΥ από επιστημονική σκοπιά και συζητά τη δυνατότητα του Νευρογλωσσικού Προγραμματισμού (NLP) ως μία καινοτόμο προσέγγιση για την υποστήριξη παιδιών και τη βελτίωση των στρατηγικών γονεϊκότητας.

Κατανόηση της ΔΕΠΥ: Ένα Νευροαναπτυξιακό Πλαίσιο

Η ΔΕΠΥ είναι μια χρόνια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από ακατάλληλα για την ηλικία επίπεδα απροσεξίας, υπερκινητικότητας και παρορμητικότητας. Σύμφωνα με το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών, 5η Έκδοση (DSM-5), η ΔΕΠΥ επηρεάζει περίπου το 5–7% των παιδιών παγκοσμίως, με τα συμπτώματα να εμφανίζονται συνήθως πριν την ηλικία των 12 ετών. Διακρίνεται σε τρεις υποτύπους: απρόσεκτος τύπος, υπερκινητικός-παρορμητικός τύπος και μικτός τύπος.

Έρευνες με χρήση τεχνικών νευροαπεικόνισης όπως fMRI και PET scan έχουν εντοπίσει δομικές και λειτουργικές ανωμαλίες στους εγκεφάλους ατόμων με ΔΕΠΥ. Αυτές περιλαμβάνουν μειωμένο όγκο στον προμετωπιαίο φλοιό, τα βασικά γάγγλια και την παρεγκεφαλίδα, καθώς και μεταβολές στη δραστηριότητα δικτύων, όπως το Default Mode Network και το μετωπο-βρεγματικό. Νευροχημικές μελέτες έχουν δείξει δυσλειτουργία στα συστήματα ντοπαμίνης και νορεπινεφρίνης, που είναι σημαντικά για την προσοχή, τις εκτελεστικές λειτουργίες και τη συναισθηματική ρύθμιση.

Τα παιδιά με ΔΕΠΥ συχνά παρουσιάζουν δυσκολίες στις εκτελεστικές λειτουργίες όπως η εργασιακή μνήμη, η γνωστική ευελιξία και ο έλεγχος παρορμήσεων. Αυτά τα ελλείμματα μπορεί να μεταφραστούν σε χαμηλή σχολική επίδοση, δυσκολία στην κατανόηση οδηγιών, κακή διαχείριση χρόνου και κοινωνικές δυσκολίες. Η ΔΕΠΥ συχνά συνυπάρχει με άλλες καταστάσεις όπως μαθησιακές δυσκολίες, αγχώδεις διαταραχές και διαταραχή εναντιωματικής προκλητικής συμπεριφοράς (ODD).

Διάγνωση και Παρέμβαση

Η διάγνωση της ΔΕΠΥ απαιτεί μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση που περιλαμβάνει κλινικές συνεντεύξεις, κλίμακες αξιολόγησης συμπεριφοράς (π.χ. Conners, Vanderbilt) και παρατηρήσεις σε πολλαπλά περιβάλλοντα. Οι παρεμβάσεις είναι συνήθως πολυπαραγοντικές και περιλαμβάνουν συμπεριφορική θεραπεία, ψυχοεκπαίδευση, μαθησιακές προσαρμογές και, σε πολλές περιπτώσεις, φαρμακευτική αγωγή με διεγερτικά ή μη διεγερτικά φάρμακα.

Πολλαπλές Νοημοσύνες & ΔΕΠΥ:

Η ΔΕΠΥ έχει συνδεθεί για χρόνια με ελλείμματα: στην προσοχή, στην παρορμητικότητα, στη λειτουργική μνήμη. Όμως, αυτή η μονοδιάστατη ανάγνωση αδυνατεί να περιγράψει τη σύνθετη νευροποικιλότητα που παρουσιάζουν τα παιδιά με ΔΕΠΥ.

Η Θεωρία των Πολλαπλών Τύπων Νοημοσύνης του Howard Gardner (1983) έρχεται να ανατρέψει το στενό παραδοσιακό νοητικό μοντέλο που περιορίζεται στη λογικομαθηματική και γλωσσική επάρκεια ως βασικά κριτήρια «εξυπνάδας». Αντίθετα, υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη νοημοσύνη εκφράζεται μέσα από τουλάχιστον εννέα αυτόνομους αλλά συνεργαζόμενους άξονες:

  • Γλωσσική/Λεκτική
  • Λογικομαθηματική
  • Οπτικοχωρική
  • Σωματική-κιναισθητική
  • Μουσική-ρυθμική
  • Διαπροσωπική
  • Ενδοπροσωπική
  • Φυσιοκρατική
  • Υπαρξιακή

Στην πράξη, ένα παιδί με ΔΕΠΥ που αποσπάται εύκολα σε ένα τυπικό μαθησιακό περιβάλλον, μπορεί να εμφανίζει υψηλή δημιουργικότητα και γρήγορη εναλλαγή γνωστικών μοτίβων (divergent thinking), για παράδειγμα, μπορεί να φανταστεί πέντε εναλλακτικά σενάρια τέλους μιας ιστορίας μέσα σε λίγα λεπτά ή να προτείνει δημιουργικές λύσεις που μας εκπλήσσουν, σε προβλήματα που δεν “λύνονται” με συμβατικό τρόπο. Ένα παιδί που δεν συγκεντρώνεται στο διάβασμα επειδή χαζεύει έξω από το παράθυρο, μπορεί στην πραγματικότητα να παρατήρησε ότι ο ουρανός σκοτείνιασε ξαφνικά, τα φύλλα άρχισαν να πέφτουν ή ότι ένα πουλί επέστρεψε στη φωλιά του, σημάδια υψηλής φυσιοκρατικής νοημοσύνης (naturalistic intelligence), δηλαδή ενστικτώδης ικανότητα παρατήρησης και σύνδεσης με το φυσικό περιβάλλον.

Άλλα παιδιά με ΔΕΠΥ μπορεί να παρουσιάζουν εξαιρετική οπτικοχωρική ικανότητα: π.χ. να κατανοούν πολύπλοκες κατασκευές με LEGO χωρίς οδηγίες, να σχεδιάζουν χώρους με λεπτομέρεια ή να διαπρέπουν σε δραστηριότητες όπως το σχέδιο, η αρχιτεκτονική, η τρισδιάστατη αντίληψη.

Άλλα, πάλι παρουσιάζουν έντονη συναισθηματική ευφυΐα, όπως το να αντιλαμβάνονται αμέσως τις διαθέσεις των συμμαθητών τους, να ενσυναίσθάνονται βαθιά όταν κάποιος είναι λυπημένος, ή να λειτουργούν ως «συναισθηματικοί ρυθμιστές» μέσα στην ομάδα, με ιδιαίτερη ικανότητα να αποκλιμακώνουν συγκρούσεις. Ένα τέτοιο παιδί μπορεί να δείχνει απρόσεκτο στο μάθημα, αλλά στην πραγματικότητα να έχει στρέψει όλη του την προσοχή στο να καταλάβει γιατί ο διπλανός του είναι υπερβολικά ήσυχος ή ανήσυχος, αντανακλώντας μια υψηλής ακρίβειας κοινωνική επεξεργασία.

Η παραδοχή της πολλαπλής νοημοσύνης ως αναπτυξιακό εργαλείο:

  • επαναπλαισιώνει τη “δυσλειτουργία” ως «διαφορετικό», και όχι ως παθολογία,
  • προσφέρει ένα εξατομικευμένο μαθησιακό μοντέλο που στηρίζεται στις ήδη ενεργές νευρωνικές διαδρομές,
  • και ενισχύει την αυτοαντίληψη του παιδιού ως ικανού, όχι ελλειμματικού.

Ένας διαφορετικός τρόπος να βλέπουμε τη ΔΕΠΥ: Νευροπλαστικότητα και Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός

Η περιγραφή της ΔΕΠΥ μέσα από ένα πλαίσιο ελλειμμάτων, αποτυγχάνει να συλλάβει την πλήρη πολυπλοκότητα και τη δυναμική φύση του ανθρώπινου εγκεφάλου. Η σύγχρονη νευροεπιστήμη, μέσα από τη μελέτη της νευροπλαστικότητας, υποστηρίζει ότι ο εγκέφαλος είναι ικανός να αναδιαμορφώνεται συνεχώς, δηλαδή να “μαθαίνει πώς να μαθαίνει”, ανεξαρτήτως ηλικίας ή διάγνωσης. Δεν υπάρχουν σταθερά “όρια”, αλλά διαφορετικοί δρόμοι πρόσβασης στη μάθηση και την εξέλιξη.

Μέσα σε αυτό το εξελικτικό πλαίσιο, ο Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός (NLP) προτείνει έναν εναλλακτικό τρόπο να βλέπουμε τη ΔΕΠΥ.  Δηλαδή ως ένα διαφορετικό τρόπο, με τον οποίο το παιδί αντιλαμβάνεται, επεξεργάζεται και ανταποκρίνεται στην πληροφορία από το περιβάλλον. Το NLP βασίζεται στην αρχή ότι κάθε άτομο φιλτράρει την εμπειρία του με το δικό του τρόπο και δημιουργεί μέσα του τις δικές του νευρολογικές και γλωσσικές “χαρτογραφήσεις” του κόσμου. Η ΔΕΠΥ, λοιπόν, δεν αποτελεί δυσλειτουργία· είναι ένας άλλος τρόπος επεξεργασίας της πραγματικότητας που μπορεί να αναπτυχθεί, να ενισχυθεί και να επαναπροσδιοριστεί μέσω κατάλληλων περιβαλλοντικών και επικοινωνιακών ερεθισμάτων.

Αυτός ο τρόπος σκέψης μετατοπίζει το βάρος από την διδικασία του να βάζουμε ταμπέλες πχ. “δυσκολεύεται», «απείθαρχος», στη δυνατότητα. Δεν αναρωτιόμαστε πια “τι πάει στραβά με το παιδί;”, αλλά “πώς ακριβώς μαθαίνει, σκέφτεται, οργανώνει την εμπειρία του;”. Το NLP μάς δίνει τα εργαλεία να κατανοήσουμε ότι η συμπεριφορά είναι απλώς το εξωτερικό αποτέλεσμα ενός εσωτερικού μοντέλου, το οποίο μπορεί να εξελιχθεί, μέσα από νέες εμπειρίες, νέους τρόπους σκέψης και νέες νευρωνικές συνδέσεις.

Ο Ρόλος του Γονέα

Η ανατροφή ενός παιδιού με ΔΕΠΥ είναι μια περίπλοκη και συχνά συναισθηματικά απαιτητική διαδικασία. Έρευνες δείχνουν ότι το γονεϊκό στρες είναι σημαντικά αυξημένο σε οικογένειες με παιδιά που έχουν διαγνωστεί με ΔΕΠΥ, ενώ δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο του αισθήματος ανεπάρκειας ή ενοχής στους γονείς που δυσκολεύονται να κατανοήσουν ή να «ρυθμίσουν» τη συμπεριφορά του παιδιού τους. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο ο γονέας αντιλαμβάνεται, ερμηνεύει και ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παιδιού του μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την πορεία των συμπτωμάτων και των σχετικών δυσκολιών.

Ο ρόλος του γονέα δεν είναι απλώς υποστηρικτικός, είναι δομικός, θεμελιώδης. Όταν αναγνωρίζει στο παιδί του ένα διαφορετικό τρόπο αντίληψης και αλληλεπίδρασης με τον κόσμο, δημιουργείται ένας εντελώς διαφορετικός συναισθηματικός και μαθησιακός χώρος.

Η γονεϊκή στάση, δηλαδή ο εσωτερικός χάρτης με τον οποίο ένας ενήλικας προσεγγίζει το παιδί του, μπορεί να επηρεάσει άμεσα το είδος των εμπειριών που αυτό λαμβάνει, την αυτοεικόνα του και τη διάθεσή του για μάθηση. Ένας γονέας που αναγνωρίζει τη νευροπλαστικότητα ως θεμελιώδη αρχή της ανάπτυξης, ξέρει ότι τίποτα δεν είναι «σταθερό» ή «καταδικασμένο». Κάθε δυσκολία αποτελεί και μια ευκαιρία να καταλάβουμε πώς λειτουργεί κάποιος και να παρέμβουμε δημιουργικά. Βασική συνθήκη στο NLP είναι ότι η κάθε συμπεριφορά , είτε Σε αυτό το πλαίσιο, το να βλέπουμε το παιδί όχι ως πρόβλημα προς επίλυση αλλά ως άλλο ένα διαφορετικό σύστημα που εξελίσσεται συνεχώς, που αναζητά νέους τρόπους επικοινωνίας, σύνδεσης και εμπειρίας, είναι ίσως το πιο σωστό βήμα που μπορεί να κάνει ένας γονιός.

Βασικές Αρχές του Νευρογλωσσικού Προγραμματισμού (NLP) στη Διαχείριση της ΔΕΠΥ και της Γονεϊκότητας

Η ΔΕΠΥ, όπως ήδη αναφέραμε, χαρακτηρίζεται από μια τριάδα συμπτωμάτων (απροσεξία, υπερκινητικότητα, παρορμητικότητα), τα οποία σχετίζονται με δυσλειτουργίες στις επιτελικές λειτουργίες, τη ρύθμιση συναισθημάτων και την αισθητηριακή επεξεργασία. Η εφαρμογή επιλεγμένων τεχνικών του Νευρογλωσσικού Προγραμματισμού (NLP) προσφέρει στους γονείς ένα συμπληρωματικό εργαλείο παρέμβασης που στοχεύει στη βελτίωση της επικοινωνίας, της συναισθηματικής ρύθμισης και της διαχείρισης συμπεριφοράς. Οι παρακάτω αρχές βασίζονται σε κλινικές παρατηρήσεις, θεωρίες γνωστικής ψυχολογίας και σύγχρονες έννοιες της νευροπλαστικότητας.

1. Γλώσσα Βασισμένη στις Αισθήσεις (SensoryBased Language)

Η αισθητηριακή γλώσσα, βασικό εργαλείο του NLP, εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο το άτομο επεξεργάζεται και εσωτερικεύει την εμπειρία μέσα από τα κύρια αισθητηριακά κανάλια: οπτικό (V), ακουστικό (A), κιναισθητικό (K), οσφρητικό (O) και γευστικό (G). Αν και τα δύο τελευταία σπανίως κυριαρχούν, το VAK (Visual-Auditory-Kinesthetic) μοντέλο χρησιμοποιείται ευρέως στην εκπαιδευτική ψυχολογία.

Τα παιδιά με ΔΕΠΥ συχνά εμφανίζουν υπερευαισθησία ή δυσκολίες αισθητηριακής ενοποίησης  & ενσωμάτωσης (sensory integration). Ο όρος «αισθητηριακή ενοποίηση» (sensory integration) αναφέρεται στη νευρολογική διαδικασία μέσω της οποίας ο εγκέφαλος επεξεργάζεται, οργανώνει, ενσωματώνει και  ερμηνεύει τις πληροφορίες που λαμβάνει από τις αισθήσεις και δημιουργεί εμπειρίες. Σ αυτή την ενσωμάτωση επίσης συμμετέχουν πληροφορίες και από το ιδιοδεκτικό και αιθουσαίο σύστημα, δηλαδή την αίσθηση της κίνησης και της θέσης του σώματος στο χώρο.

Η αισθητηριακή ενοποίηση μας επιτρέπει:

  • Να αντιλαμβανόμαστε σωστά το περιβάλλον.
  • Να ανταποκρινόμαστε κατάλληλα σε ερεθίσματα (π.χ. να μην τρομάζουμε υπερβολικά από έναν ήχο ή να αντέχουμε την επαφή με ρούχα).
  • Να συντονίζουμε το σώμα μας για κινήσεις, συγκέντρωση, μάθηση και κοινωνική επαφή.

Στα παιδιά με ΔΕΠΥ η διαδικασία αυτή συνήθως δεν λειτουργεί αποτελεσματικά, με αποτέλεσμα:

  • Να είναι υπερευαίσθητα (π.χ. ενοχλούνται από ήχους, φώτα, αγγίγματα).
  • Ή αντίθετα, υποευαίσθητα (π.χ. αναζητούν έντονα ερεθίσματα, δεν αντιδρούν στον πόνο ή σε έναν δυνατό θόρυβο).
  • Μπορεί να δυσκολεύονται να συντονίσουν κινήσεις ή να οργανώσουν τη συμπεριφορά τους.

Ωστόσο, η αναγνώριση του επικρατούντος αισθητηριακού καναλιού από τους γονείς μπορεί να τους βοηθήσει:

  • να τροποποιήσουν τη γλώσσα τους (π.χ. «μπορείς να φανταστείς…» για οπτικά παιδιά αντι για «τι σκέφτεσαι να πεις…» που σχετίζεται με την ακουστική οδό),
  • να προσαρμόσουν τα ερεθίσματα, περιορίζοντας υπερβολικά φορτία.
  • να προλάβουν πιθανές κρίσεις ή υπερβολικές αντιδράσεις, μέσω στρατηγικής επικοινωνίας που συντονίζεται με την αισθητηριακή αντίληψη του παιδιού.

Η στόχευση στο κατάλληλο αισθητηριακό «κανάλι» μειώνει τη γνωστική σύγχυση και ενισχύει τη δεκτικότητα.

2. MetaModel & Reframing

Το meta-model αποτελεί ένα γλωσσικό εργαλείο του NLP που επιτρέπει την αποδόμηση ασαφών, παραποιημένων ή περιοριστικών πεποιθήσεων μέσω συγκεκριμένων ερωτήσεων. Η αναπλαισίωση, από την άλλη, είναι η διαδικασία επανανοηματοδότησης μιας εμπειρίας ή σκέψης από διαφορετική προοπτική.

Τα παιδιά με ΔΕΠΥ, λόγω των επαναλαμβανόμενων αποτυχιών και αρνητικής ανατροφοδότησης, υιοθετούν συχνά αρνητικές αυτόματες σκέψεις («Είμαι ανίκανος», «Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ», «Δεν με αγαπούν»). Οι γονείς μπορούν να χρησιμοποιήσουν το meta model για να:

  • εντοπίσουν τις υποκείμενες γνωστικές παραποιήσεις (π.χ. γενικεύσεις, διαγραφές),
  • θέσουν ερωτήσεις που διασαφηνίζουν («Ποιος το είπε αυτό; Πότε συμβαίνει αυτό;», Πώς κατέληξες να σκεφτείς κάτι τέτοιο;»),
  • οδηγήσουν το παιδί σε πιο λειτουργικές πεποιθήσεις μέσα από εναλλακτικές διατυπώσεις.

3. Modeling Excellence

Στην καρδιά του συστήματος NLP βρίσκεται η διαδικασία του modeling, δηλαδή η μελέτη του πώς σκέφτονται και τι ακριβώς κάνουν τα άτομα που επιτυγχάνουν εξαιρετικά αποτελέσματα. Πρόκειται για τη χαρτογράφηση του τρόπου που σκέφτεται και ενεργεί  -περιλαμβάνει πεποιθήσεις, εσωτερικές διαθέσεις, μοτίβα έκφρασης – που οδηγούν στη δράση και στην επίτευξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων. Στόχος είναι η αποκωδικοποίηση του «αλγορίθμου» ή της «συνταγής» που παράγει το επιθυμητό αποτέλεσμα, ώστε αυτό να μπορεί να μεταδοθεί και να επαναληφθεί. Επίσης στόχος είναι να εντοπισθεί ο αλγόριθμος που παράγει ένα άβολο και μη λειτουργικό αποτέλεσμα και να ξέρουμε που να εστιάσουμε.

Το modeling ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970 στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Santa Cruz, όταν οι δημιουργοί του NLP προσπάθησαν να κατανοήσουν γιατί ορισμένοι θεραπευτές και επικοινωνιακοί επαγγελματίες ήταν τόσο αποτελεσματικοί. Από τότε, η NLP κοινότητα συνεχίζει να μελετά συστηματικά τη λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά, δημιουργώντας διαρκώς νέες τεχνικές και εφαρμογές για την προσωπική και επαγγελματική ανάπτυξη.

Για παιδιά με ΔΕΠΥ, oι γονείς μπορούν να αξιοποιήσουν το modeling με τους παρακάτω τρόπους:

  • Να λειτουργούν ως πρότυπα αυτορρύθμισης
    Τα παιδιά με ΔΕΠΥ συχνά δυσκολεύονται να ρυθμίσουν τα συναισθήματά τους ή να οργανώσουν τη συμπεριφορά τους. Ένας πολύ πρακτικός τρόπος για να μάθουν, είναι να βλέπουν τους γονείς να κάνουν ακριβώς αυτό. Για παράδειγμα, ένας γονιός μπορεί να εκφράσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του ως εξής:

«Νιώθω λίγο αγχωμένος τώρα. Θα σταματήσω για λίγο και θα πάρω τρεις βαθιές ανάσες».

Το παιδί παρακολουθεί και μαθαίνει όχι μόνο τη στρατηγική (ανάσες), αλλά και ότι είναι φυσιολογικό να νιώθουμε ένταση και να ζητάμε χρόνο για να ηρεμήσουμε.

  • Να ενισχύουν “τελετουργίες” επιτυχίας
    Τα παιδιά λειτουργούν καλύτερα μέσα σε προβλέψιμες ρουτίνες. Οι «τελετουργίες επιτυχίας» είναι μικρά, επαναλαμβανόμενα μοτίβα που δημιουργούν σταθερότητα και ασφάλεια. Π.χ.:
  • Ρουτίνα ύπνου με σταθερά βήματα κάθε βράδυ
  • Επιβράβευση για μικρές προσπάθειες («μπράβο που ξεκίνησες μόνος τα μαθήματά σου»)
  • Εντοπισμός, προσαρμογή και υιοθέτηση στρατηγικών που δείχνουν ότι έχουν αποτελέσματα
  • Να ενθαρρύνουν την ταύτιση με θετικά, λειτουργικά πρότυπα
    Τα παιδιά έχουν ανάγκη από ήρωες-πρότυπα με τα οποία να ταυτίζονται. Όταν οι γονείς προτείνουν ή συζητούν ιστορίες με χαρακτήρες που:
  • έχουν παρόμοιες δυσκολίες με το παιδί
  • καταφέρνουν να συγκεντρωθούν, να ηρεμήσουν ή να πετύχουν στόχους,

το παιδί μαθαίνει ότι «είναι εφικτό» να τα καταφέρει κι εκείνο. Δεν μαθαίνει θεωρητικά, αλλά μέσα από την εμπειρία της ταύτισης.

Καθώς προετοιμαζόμαστε για τη νέα σχολική χρονιά, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η ΔΕΠΥ δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα πρόβλημα που πρέπει να «διορθωθεί».Με γνώση, κατανόηση και υποστήριξη, ως γονείς, μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον όπου το παιδί μας αισθάνεται ασφαλές και έτοιμο να αναπτύξει το πλήρες δυναμικό του. Ο ρόλος του γονέα είναι καθοριστικός: μέσα από τη δική του στάση και τον τρόπο που βλέπει το παιδί, ανοίγονται νέοι δρόμοι επικοινωνίας, μάθησης και εξέλιξης.