Blog, NLP tips

NLP & Γνωστικές Προκαταλήψεις

Καθημερινά, αλληλεπιδρούμε με τον κόσμο γύρω μας μέσα από ένα πλέγμα σκέψεων, αντίληψης πραγμάτων και αποφάσεων. Στην ψυχολογία υπάρχει ο όρος γνωστικές προκαταλήψεις (cognitive biases) δηλαδή συστηματικά λάθη στη σκέψη που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο επεξεργαζόμαστε τις πληροφορίες και κάνουμε επιλογές, παίρνουμε αποφάσεις, δρούμε και αντιδρούμε. Αυτές οι προκαταλήψεις είναι βαθιά ριζωμένες στη αρχιτεκτονική της σκέψης, διαμορφώνοντας τη συμπεριφορά μας με τρόπους που συχνά αψηφούν τη λογική και δεν είναι τόσο ορθολογικές όσο πιστεύουμε.

Οι γνωστικές προκαταλήψεις μπορεί να είναι καθολικές, δεν είναι όμως και αμετάβλητες. Ο Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός (NLP) προσφέρει ένα πλαίσιο για τον εντοπισμό, την κατανόηση και την υπέρβαση αυτών των προκαταλήψεων, επιτρέποντάς μας να σκεφτόμαστε και να ενεργούμε πιο αποτελεσματικά.

 

Τι Είναι οι Γνωστικές Προκαταλήψεις;

Οι γνωστικές προκαταλήψεις είναι νοητικές συντομεύσεις που χρησιμοποιεί ο εγκέφαλος για να παίρνει γρήγορες αποφάσεις χωρίς να επεξεργάζεται όλες τις πληροφορίες. Οι μέθοδοι αυτές μας γλιτώνουν χρόνο και κόπο, αλλά μερικές φορές οδηγούν σε λάθη ή παραμορφώσεις στην κρίση μας.

Παράδειγμα: Αν δούμε μία ατελείωτη ουρά έξω από ένα εστιατόριο, μπορεί να υποθέσουμε αμέσως ότι είναι καλό, χωρίς να έχουμε δοκιμάσει το φαγητό.

Ταξιδεύουμε και διαπιστώσουμε ότι πυκνώνουν τα αυτοκίνητα στο δρόμο και  κινούνται πολύ σιγά.Μπορεί να υποθέσουμε αμέσως ότι εγινε ατύχημα, χωρίς να έχουμε διαπιστώσει η προσμετρήσει άλλες αιτίες, όπως, οτι γίνονται έργα στο δρόμο.

Ο εγκέφαλός μας προτιμά να παίρνει γρήγορες αποφάσεις αντί να σπαταλά πολύ χρόνο και ενέργεια για να βρει την τέλεια απάντηση. Ας το σκεφτούμε σαν έναν υπολογιστή που θέλει να μην “καίει” πολλή μπαταρία: το μυαλό μας χρησιμοποιεί περίπου το 25% της γλυκόζης που καίμε καθημερινά, οπότε προτιμά να βρίσκει γρήγορες λύσεις παρά να εξετάζει κάθε λεπτομέρεια. Αυτός ο «νόμος της ελάχιστης προσπάθειας» μας βοηθά να λειτουργούμε γρήγορα, αλλά μερικές φορές μπορεί να οδηγήσει σε λάθος συμπεράσματα ή παρανοήσεις.

Οι γνωστικές προκαταλήψεις προέρχονται από την αλληλεπίδραση δύο βασικών γνωστικών συστημάτων:

Σύστημα 1 (Fast Thinking): Αυτό το σύστημα λειτουργεί αυτόματα και γρήγορα, με μικρή προσπάθεια. Βασίζεται στη διαίσθηση και το ένστικτο. Συνδέεται κυρίως με το μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου, συμπεριλαμβανομένης της αμυγδαλής, η οποία επεξεργάζεται τα συναισθήματα, και των βασικών γαγγλίων, που ελέγχουν τις καθημερινές μας συνήθειες και ενέργειες.  Αυτό το σύστημα είναι εξελικτικά παλαιότερο, σχεδιασμένο για γρήγορη λήψη αποφάσεων σε καταστάσεις που απαιτούν άμεσες αντιδράσεις στο πλαίσιο της επιβίωσης.

Σύστημα 2 (Slow Thinking): Αυτό το σύστημα είναι σκόπιμο και αναλυτικό. Περιλαμβάνει κυρίως τον προμετωπιαίο φλοιό, υπεύθυνο για γνωστικές λειτουργίες ανώτερης τάξης, όπως ο σχεδιασμός, η συλλογιστική και ο αυτοέλεγχος. Σε αντίθεση με το Σύστημα 1, είναι πιο αργό και ενεργοβόρο και ενεργοποιείται όταν πολύπλοκα ή άγνωστα προβλήματα απαιτούν βαθύτερη ανάλυση.

Οι προκαταλήψεις προκύπτουν επειδή το Σύστημα 1 κυριαρχεί στη σκέψη μας, ιδίως σε καταστάσεις που απαιτούν γρήγορες αποφάσεις. Ο ψυχολόγος Daniel Kahneman, στο θεμελιώδες έργο του Thinking, Fast and Slow, περιγράφει πώς αυτή η εξάρτηση από το Σύστημα 1 οδηγεί σε προβλέψιμα λάθη στην κρίση.

Η Τάση Του Εγκεφάλου Για Κατηγοριοποίηση

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος προσπαθεί να οργανώνει και να απλοποιεί τον κόσμο γύρω μας για να παίρνει γρήγορες αποφάσεις. Βάζει τα πάντα σε κατηγορίες—πρόσωπα, καταστάσεις, γεγονότα—για να μπορεί να κάνει καλύτερες προβλέψεις χωρίς να χρειάζεται να αναλύει κάθε λεπτομέρεια.

Αυτή η διαδικασία είναι εξαιρετικά χρήσιμη για την επιβίωση και την καθημερινή λειτουργία, αλλά έχει ένα σημαντικό αποτέλεσμα: δημιουργεί γενικεύσεις και πρότυπα που επηρεάζουν όλες τις υπόλοιπες γνωστικές μας διαδικασίες. Με άλλα λόγια, κάθε προκατάληψη ή γνωστική μεροληψία που ακολουθεί προκύπτει από αυτή την τάση του εγκεφάλου να κατηγοριοποιεί και να απλοποιεί πληροφορίες. Προσπαθούμε να βάλουμε σε τάξη ένα πολύπλοκο κόσμο, πλούσιο σε ερεθίσματα και αυτό μπορεί να μας κάνει να παραβλέπουμε λεπτομέρειες ή εξαιρέσεις.

Ακολουθούν μερικές από τις πιο συνηθισμένες γνωστικές προκαταλήψεις:

  1. Μεροληψία Επιβεβαίωσης (Confirmation Bias)

Όταν πιστεύουμε πως μια συγκεκριμένη δίαιτα, για παράδειγμα, είναι αποτελεσματική, ψάχνουμε μόνο για άρθρα ή ιστορίες ανθρώπων που την επιβεβαιώνουν; Ακόμα κι αν υπάρχουν μελέτες που δείχνουν το αντίθετο, τείνουμε να τις προσπερνάμε.

Αυτή η προκατάληψη αναφέρεται στην τάση να ψάχνουμε, να θυμόμαστε και να ερμηνεύουμε πληροφορίες έτσι ώστε να επιβεβαιώνουν τις υπάρχουσες πεποιθήσεις μας. Μας δίνει μια αίσθηση σταθερότητας και μειώνει την εσωτερική αναστάτωση και γνωστική ασυμφωνία που μπορεί να προκύψει όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με αντικρουόμενες πληροφορίες.

  1. Θεμελιώδες Σφάλμα Απόδοσης (Fundamental Attribution Error)

Αν κάποιος συνάδελφός μας χάσει μια προθεσμία, το πρώτο πράγμα που σκεφτόμαστε είναι το εξής: «είναι ανεύθυνος». Σπάνια αναρωτιόμαστε αν κάτι άλλο μπορεί να συμβαίνει στη ζωή του εκείνη τη στιγμή.

Αυτή η προκατάληψη μας κάνει να αποδίδουμε τις πράξεις των άλλων στον χαρακτήρα τους αντί για τις εξωτερικές συνθήκες. Με απλά λόγια, μας βοηθά να κατηγοριοποιούμε γρήγορα τους ανθρώπους, με στόχο να μπορούμε να προβλέπουμε τη συμπεριφορά τους μελλοντικά.

  1. Μεροληψία Αισιοδοξίας (Positivity Bias)

Πρόκειται για την πεποίθηση ότι είναι λιγότερο πιθανό να βιώσουμε αρνητικά γεγονότα από ό,τι οι άλλοι. Βοηθά στη διατήρηση των κινήτρων και μειώνει το άγχος εστιάζοντας σε θετικά αποτελέσματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μπορεί να υποτιμήσουμε τον κίνδυνο ασθένειας ή ατυχήματος.

  1. Μεροληψία Αυτοεξυπηρέτησης (Self Serving Bias)

Τείνουμε να αποδίδουμε τις επιτυχίες μας σε εσωτερικούς παράγοντες (π.χ. δεξιότητες, προσπάθεια), όπως το να αποδίδουμε μια προαγωγή στη σκληρή δουλειά, και τις αποτυχίες μας σε εξωτερικούς παράγοντες (π.χ. κακή τύχη, αδικία), όπως το να αποδίδουμε ένα αποτυχημένο έργο στον ανεπαρκή χρόνο. Αυτή η προκατάληψη προστατεύει την αυτοεκτίμησή μας και προάγει την ανθεκτικότητα απέναντι στις αποτυχίες.

  1. Ευρετική της Διαθεσιμότητας (Availability Heuristic)

Στην ψυχολογία, η ευρετική αναφέρεται σε απλούς και αποτελεσματικούς κανόνες που χρησιμοποιούμε για να παίρνουμε αποφάσεις, να καταλήγουμε σε κρίσεις ή να λύνουμε προβλήματα. Αυτοί οι κανόνες λειτουργούν καλά στις περισσότερες περιπτώσεις, ειδικά όταν αντιμετωπίζουμε περίπλοκα προβλήματα ή έχουμε περιορισμένες πληροφορίες, αλλά κάποιες φορές μπορούν να μας οδηγήσουν σε συστηματικά σφάλματα ή γνωστικές προκαταλήψεις.

Η ευρετική της διαθεσιμότητας συγκεκριμένα αφορά την εκτίμηση της πιθανότητας να συμβεί ένα γεγονός με βάση το πόσο εύκολα μας έρχονται στο μυαλό σχετικά παραδείγματα. Για παράδειγμα, αφού δούμε την ειδησεογραφική κάλυψη μιας φυσικής καταστροφής, μπορεί να υπερεκτιμήσουμε την πιθανότητά της στην περιοχή μας, ακόμη και αν τα στατιστικά δεδομένα δείχνουν ότι είναι εξαιρετικά απίθανη. Χρησιμεύει ως γνωσιακή συντόμευση για τη γρήγορη αξιολόγηση των κινδύνων και των πιθανοτήτων.

 

Ο Αντίκτυπος των Γνωστικών Προκαταλήψεων

Οι γνωστικές προκαταλήψεις επηρεάζουν τα πάντα, από τις προσωπικές αποφάσεις μέχρι τις κοινωνικές τάσεις. Επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο:

  • Αξιολογούμε τους κινδύνους
  • Αλληλεπιδρούμε με τους άλλους
  • Διαμορφώνουμε και διατηρούμε πεποιθήσεις
  • Προσεγγίζουμε στόχους και προκλήσεις

Η αναγνώριση αυτών των προκαταλήψεων είναι το πρώτο βήμα για τον μετριασμό των επιπτώσεών τους. Στο πλαίσιο αυτής της συνειδητοποίησης, ας εξετάσουμε πώς μπορεί να συνεισφέρει με επιλεγμένες προσεγγίσεις του σύστημα NLP.

 

Τι Είναι ο Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός (NLP);

Το NLP είναι ένα διεπιστημονικό σύστημα που διερευνά τη σχέση μεταξύ της γλώσσας, της συμπεριφοράς και των μοτίβων σκέψης. Αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1970 από μία ομάδα ανήσυχων επιστημόνων του πανεπιστημίου Santa Cruz της Καλιφόρνια με στόχο να βοηθήσει τα άτομα να επαναπρογραμματίσουν τις νοητικές τους διεργασίες ώστε να επιτύχουν συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Το NLP βασίζεται στην παραδοχή ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο είναι υποκειμενικός και μπορεί να αλλάξει με την αλλαγή των εσωτερικών μας αναπαραστάσεων. Με την αναγνώριση και αντιμετώπιση των μοτίβων σκέψης και της γλώσσας που συντηρούν τις γνωστικές προκαταλήψεις, το NLP δίνει τη δυνατότητα στα άτομα να σκέφτονται πιο ευέλικτα και να ενεργούν με περισσότερες επιλογές.

Το NLP προσφέρει καινοτόμα εργαλεία και τεχνικές για την αμφισβήτηση και την αναδιαμόρφωση των γνωστικών προκαταλήψεων.

1. Εντοπισμός περιοριστικών πεποιθήσεων

Πολλές γνωστικές προκαταλήψεις πηγάζουν από βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις για τον εαυτό μας και τον κόσμο. Αυτές οι πεποιθήσεις λειτουργούν συχνά σε υποσυνείδητο επίπεδο, επηρεάζοντας τη συμπεριφορά μας χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Για παράδειγμα, μια πεποίθηση όπως «δεν είμαι δημιουργικός» μπορεί να εμποδίσει κάποιον να εξερευνήσει την καλλιτεχνική του φύση. Το NLP αντιμετωπίζει αυτές τις πεποιθήσεις αποκαλύπτοντας την προέλευσή τους και επαναπλαισιώνοντάς τις. Αυτή η διαδικασία όχι μόνο μετατοπίζει την οπτική γωνία, αλλά επαναπρογραμματίζει επίσης τις νευρικές οδούς που σχετίζονται με την περιοριστική πεποίθηση.

Για παράδειγμα:

Προκατάληψη: Η προκατάληψη επιβεβαίωσης μπορεί να οδηγήσει κάποιον να αποφεύγει την ανατροφοδότηση.

Λύση που προτείνει το NLP: Τεχνικές όπως το Meta Model αμφισβητούν την εγκυρότητα αυτών των πεποιθήσεων, ενθαρρύνοντας το άνοιγμα σε νέες προοπτικές. Συγκεκριμένα, το Meta Model επικεντρώνεται στην αποκάλυψη της βαθύτερης δομής της γλώσσας, θέτοντας ακριβείς ερωτήσεις για την αποσαφήνιση ασαφών, διαστρεβλωμένων ή γενικευμένων δηλώσεων. Για παράδειγμα, όταν κάποιος λέει: «Πάντα αποτυγχάνω», μια ερώτηση που προτείνει το Meta Model θα μπορούσε να είναι: «Πάντα; Μπορείς να σκεφτείς μια φορά που τα κατάφερες;». Αυτή η προσέγγιση βοηθά στον εντοπισμό περιοριστικών πεποιθήσεων και παραδοχών, ανοίγοντας νοητικο χώρο στο μυαλό που έχει κατακλυστεί  από την πεποίθηση και ενθαρρύνοντας τη στροφή προς μια πιο εποικοδομητική αποκατάστασης της σκέψης.

Μια μελέτη των Hall et al. (2015) διαπίστωσε ότι οι στοχευμένες ερωτήσεις βελτιώνουν τη γνωστική αναθεώρηση, καθιστώντας τις αποτελεσματικές στην αμφισβήτηση βαθιά ριζωμένων προκαταλήψεων.

2. Αναπλαισίωση (Reframing) μέσω των Submodalities

Το NLP πηγαίνει την αναπλαισίωση ένα βήμα παραπέρα εξερευνώντας τα submodalities, δηλαδή τις, αισθητηριακές λεπτομέρειες που συνθέτουν τις εμπειρίες μας και διαμορφώνουν τις αντιλήψεις μας. Κάθε εμπειρία που καταγράφεται στο μυαλό μας έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: πώς φαίνεται, τι χρώμα έχει, πόσο φωτεινή ή σκοτεινή είναι, ποιο μέγεθος ή ένταση ήχου έχει η μνήμη. Αυτές οι λεπτομέρειες επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τις συναισθηματικές μας αντιδράσεις.

Παράδειγμα: Αν μια ανάμνηση που δημιουργεί αμφιβολία για τον εαυτό μας φαίνεται σκοτεινή και μακρινή, η αλλαγή της σε μια φωτεινή, κοντινή και ζωντανή εικόνα μπορεί να αλλάξει τη σημασία της. Το αποτέλεσμα είναι ότι προσεγγίζουμε τις καταστάσεις με περισσότερη αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία. Η διαδικασία αυτή δεν είναι απλή αντικατάσταση χαρακτηριστικών· περιλαμβάνει εντοπισμό των submodalities της εμπειρίας, κατανόηση της πηγής τους και προσεκτικό σχεδιασμό παρεμβάσεων που θα μετατοπίσουν τα χαρακτηριστικά αυτά. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, μια σκέψη ή μια ανάμνηση μπορεί να «ξεφορτωθεί» συναισθηματικό βάρος, οδηγώντας σε μεγαλύτερη εσωτερική ηρεμία και αποτελεσματικότητα.

3. Meta-Mirroring

Η συγκεκριμένη τεχνική βοηθά τα άτομα να ξεπεράσουν προκαταλήψεις όπως το Θεμελιώδες Σφάλμα Απόδοσης, βλέποντας τις καταστάσεις από την οπτική γωνία ενός άλλου ατόμου. Περιλαμβάνει τρία βήματα:

  1. Μπαίνουμε στη θέση του άλλου ατόμου για να κατανοήσουμε τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τα κίνητρά του.
  2. Παρατηρούμε την κατάσταση από μία ουδέτερη οπτική γωνία για να αποκτήσουμε αντικειμενικότητα.
  3. Επιστρέφουμε στη δική μας οπτική, που είναι πλέον εμπλουτισμένη με νέες πληροφορίες.

Μελέτες (Galinsky et al., 2008) καταδεικνύουν την ικανότητά των εναλλαγών της προοπτικής να μειώνουν τις συγκρούσεις και να αυξάνουν την ενσυναίσθηση, καταδεικνύοντας έτσι την αποτελεσματικότητα του meta mirroring.

4. Pattern Interrupts

Τα pattern interrupts δεν αποτελούν ξεχωριστή τεχνική, αλλά το αποτέλεσμα των τεχνικών που διακόπτουν τα καθιερωμένα μοτίβα σκέψης ή συμπεριφοράς. Σκοπός τους είναι να «σπάσουν» τις αυτόματες συνήθειες και να δημιουργήσουν χώρο για νέα πρότυπα δράσης.

Παράδειγμα: Αν κάποιος βρίσκεται σε έναν φαύλο κύκλο αναβλητικότητας, ένα ξαφνικό και απροσδόκητο ερέθισμα – όπως η αλλαγή του περιβάλλοντος,η μια στοχευμένη ερώτηση – μπορεί να διαταράξει τον βρόχο της συνήθειας (habit loop). Αυτή η διακοπή δίνει την ευκαιρία να εντοπίσει κι άλλες επιλογές και διαδρομές που μπορεί να ακλουθήσει η σκέψη αντί να συνεχίζει αυτόματα με το προηγούμενο μοτίβο.

Εφαρμόσιμα Βήματα για να Ξεπεραστούν οι Γνωστικές Προκαταλήψεις

Όπως αναφέραμε και προηγουμένως, ένα πολύ συχνό φαινόμενο είναι να ψάχνουμε πληροφορίες για ένα θέμα που μας ενδιαφέρει, εστιάζοντας μόνο σε άρθρα που επιβεβαιώνουν την άποψή μας και αγνοώντας οτιδήποτε αντίθετο σε αυτή. Αυτό ακριβώς συνιστά προκατάληψη επιβεβαίωσης.

Το NLP μπορεί να βοηθήσει ως εξής: μας δίνει εργαλεία να αναγνωρίσουμε πότε πέφτουμε σε αυτή την παγίδα και να εκπαιδεύσουμε το μυαλό μας να εξετάζει ενεργά και διαφορετικές προοπτικές. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να παίρνουμε πιο αντικειμενικές αποφάσεις και να μειώνουμε τα λάθη που προκύπτουν από τις αυτόματες προκαταλήψεις μας.

Συγκεκριμένα :

  1. Επίγνωση: Αναγνωρίζουμε ότι φιλτράρουμε τις πληροφορίες για να ευθυγραμμιστούν με τις πεποιθήσεις μας.
  2. Αναπλαισίωση: Χρησιμοποιούμε τις ερώτησεις του Meta Model για να αμφισβητήσουμε τις υποθέσεις μας.
  3. Pattern Interrupts: Σπάμε τον κύκλο της μονόπλευρης επεξεργασίας πληροφοριών, για να δημιουργήσουμε χώρο επιλογών
  4. Meta-Mirroring: Υιοθετούμε εναλλακτικές προοπτικές για να διευρύνουμε την κατανόησή μας.

 

Ξεπερνώντας τις Γνωστικές Προκαταλήψεις μέσω του Modeling

Το modeling αποτελεί τη βάση του συστήματος του NLP και έχει τις ρίζες της στη γνωστική ψυχολογία και τη θεωρία της κοινωνικής μάθησης του Bandura, που καταδεικνύουν την αποτελεσματικότητα της παρατήρησης και της μίμησης των άλλων για την απόκτηση νέων δεξιοτήτων.

Tο modeling περιλαμβάνει τον εντοπισμό κάποιου που έχει επιτύχει διακριτά αποτελέσματα σε έναν συγκεκριμένο τομέα και την ανάλυση των διαδικασιών σκέψης, των γλωσσικών προτύπων και των συμπεριφορών του.

Στο πλαίσιο των γνωστικών προκαταλήψεων, το modeling μπορεί να βοηθήσει τα άτομα να προσδιορίσουν πώς οι άλλοι αποφεύγουν παρόμοιες γνωστικές παγίδες. Για παράδειγμα, η παρατήρηση του τρόπου με τον οποίο ένας φίλος μας μετριάζει τη μεροληψία επιβεβαίωσης αναζητώντας ενεργά αντίθετες απόψεις μπορεί να προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες. Με την αναπαραγωγή αυτών των στρατηγικών, τα άτομα μπορούν να επαναπροσδιορίσουν τις γνωστικές τους αποκρίσεις για να προσεγγίσουν τις προκλήσεις με μεγαλύτερη αντικειμενικότητα.

Self Modeling: Μαθαίνοντας από τον Εαυτό μας

Το self modeling είναι η διαδικασία modeling, αλλά προσανατολισμένo προς τα μέσα, προς εμάς τους ίδιους. Στόχος του είναι να παρατηρήσουμε και να αναγνωρίσουμε δικές μας συμπεριφορές που ήταν αποτελεσματικές ή πετυχημένες, όπως επίσης και συμπεριφορές που πετυχαίνουν να οδηγούν σε άβολα απτελέσματα.  Δεν πρόκειται δηλαδή μόνο για τις στιγμές που ήμασταν στον “καλύτερό μας εαυτό”, αλλά για οποιαδήποτε συμπεριφορά μας που οδηγεί σε μη επιθυμητό αποτέλεσμα.

Η διαδικασία αυτή λειτουργεί ως εργαλείο αυτοπαρατήρησης και αυτογνωσίας. Μέσα από το self modeling, μπορούμε να αναγνωρίζουμε πιθανές γνωστικές ασυμφωνίες μεταξύ της συμπεριφοράς μας και των πεποιθήσεών μας, και αποκτούμε σαφή εικόνα του πώς τελικά καταλήγουμε να σκεφτόμαστε και να συμπεριφερόμαστε αντίστοιχα.

Με την ίδια διαδικασία, μπορούμε να παρατηρήσουμε πώς στο παρελθόν καταφέραμε να μην υποπέσουμε στο Θεμελιώδες Σφάλμα Απόδοσης—δηλαδή να μην βιαστούμε να κρίνουμε κάποιον και να του δώσουμε το “benefit of the doubt”—το NLP μας προτρέπει να ανακαλέσουμε έντονα αυτή την εμπειρία: τι κάναμε, πώς αισθανθήκαμε και ποιες στρατηγικές χρησιμοποιήσαμε.

Το modeling αξιοποιεί την ικανότητα του εγκεφάλου για νευροπλαστικότητα – την ικανότητα να σχηματίζει νέες νευρικές οδούς με βάση την εμπειρία. Παρατηρώντας και εσωτερικεύοντας αποτελεσματικές στρατηγικές, μπορούμε να δημιουργήσουμε νέες νοητικές διαδρομές που ευθυγραμμίζονται με τους στόχους μας, μειώνοντας αποτελεσματικά την επιρροή των προκαταλήψεων.

Οι γνωστικές προκαταλήψεις είναι ένα εγγενές μέρος της ανθρώπινης φύσης, διότι προσφέρουν ταχυτητα στη λήψη αποφάσεων που βοηθούν στην επιβίωση και στο να προχωράμε, αλλά συχνά παρατηρείται να δημιουργούν περιορισμους. Τοσο προσεγγίσεις στην Ψυχολογία όσο και το σύστημα NLP δίνουν τη δυνατότητα να επαναπροσδιορίσουμε τις σκέψεις μας, να αμφισβητήσουμε τις περιοριστικές πεποιθήσεις και να ξεπεράσουμε τις προκαταλήψεις που μας κρατούν πίσω.

Σε έναν κόσμο που καθοδηγείται όλο και περισσότερο από γρήγορες κρίσεις και υπερφόρτωση πληροφοριών, δεν είναι απλώς επιθυμητό να κυριαρχούμε στις γνωστικές μας διαδικασίες – είναι απαραίτητο. Το πρόγραμμα NLP University Practitioner πρόκειται για μία εις βάθος διερεύνηση του γνωστικού μας τοπίου, διάρκειας 6 μηνών, που θα μας βοηθήσει να ξεκλειδώσουμε μεγαλύτερη διαύγεια, ανθεκτικότητα και δυνατότητες.

 

Αλεξάνδρα Ευθυμιάδου PhD
Ψυχολογία & Neuro-Lingusitics
Ιδρύτρια nlpgreece®
Affiliated with NLP University,
Santa Cruz, California