Ένα άρθρο για την αποτυχία στις Πανελλαδικές, την προσωπική ταυτότητα, το NLP, και την ψυχολογία της επιτυχίας.
Κάθε χρόνο, με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των Πανελλαδικών Εξετάσεων, επαναλαμβάνεται ένα παράδοξο ψυχολογικό φαινόμενο. Μαθητές με παρόμοιες βαθμολογίες, αντίστοιχες επιδόσεις και συχνά παρόμοιες εκπαιδευτικές διαδρομές, αντιδρούν με εντελώς διαφορετικό τρόπο στο αποτέλεσμα που λαμβάνουν. Κάποιοι αντιμετωπίζουν μια χαμηλότερη από την αναμενόμενη επίδοση ως μια προσωρινή δυσκολία, ενώ άλλοι τη βιώνουν ως προσωπική κατάρρευση, ένδειξη ανεπάρκειας ή ακόμη και οριστική διάψευση των προσδοκιών τους για το μέλλον.
Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Αν το αντικειμενικό συμβάν είναι το ίδιο, γιατί η ψυχολογική εμπειρία διαφέρει τόσο δραματικά;
Η απάντηση βρίσκεται σε έναν από τους πιο σημαντικούς τομείς μελέτης της ανθρώπινης συμπεριφοράς: τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι κατασκευάζουν νοήματα. Από αυτή την οπτική, οι Πανελλαδικές δεν αποτελούν απλώς μια εκπαιδευτική διαδικασία αξιολόγησης. Αποτελούν ένα εξαιρετικό case study για την παρατήρηση του τρόπου με τον οποίο ο ανθρώπινος νους μετατρέπει τα γεγονότα σε αφηγήσεις, τις εμπειρίες σε πεποιθήσεις και τις επιδόσεις σε στοιχεία προσωπικής ταυτότητας.
Ο Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός (Neuro Linguistic Programming – NLP) προσφέρει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον πλαίσιο για την κατανόηση αυτής της διαδικασίας, αναδεικνύοντας- σε ευθυγράμμιση με τις θεωρήσεις της Ψυχολογίας- ένα κρίσιμο ζήτημα: οι άνθρωποι δεν αντιδρούν στα γεγονότα όπως είναι, αλλά στον τρόπο με τον οποίο τα ερμηνεύουν.
Τι Είναι Ο Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός;
Ο Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1970 ως μια προσπάθεια κατανόησης των μηχανισμών που διαφοροποιούν την αποτελεσματική ανθρώπινη συμπεριφορά.
Ο όρος νεύρο αναφέρεται στις νευρολογικές διεργασίες μέσω των οποίων αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Ο όρος γλωσσικός αφορά τη γλώσσα, τόσο την εξωτερική όσο και την εσωτερική, μέσω της οποίας οργανώνουμε την εμπειρία μας. Τέλος, ο όρος προγραμματισμός αναφέρεται στα επαναλαμβανόμενα πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς που τείνουν να αυτοματοποιούνται με την πάροδο του χρόνου.
Η κεντρική ιδέα του NLP συνοψίζεται στη γνωστή φράση:
«Ο χάρτης δεν είναι η περιοχή.»
Η φράση αυτή σημαίνει ότι η προσωπική μας αντίληψη για την πραγματικότητα δεν ταυτίζεται με την ίδια την πραγματικότητα. Κάθε άνθρωπος κατασκευάζει έναν εσωτερικό χάρτη του κόσμου, ο οποίος βασίζεται στις εμπειρίες, στις προσδοκίες, στις πεποιθήσεις και στα γνωστικά του φίλτρα.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν εξετάζουμε την έννοια της αποτυχίας. Η αποτυχία δεν είναι ένα αντικειμενικό γεγονός που υπάρχει ανεξάρτητα από τον παρατηρητή. Είναι μια ερμηνεία που αποδίδεται σε ένα γεγονός. Το «δεν πέρασα στη σχολή που ήθελα» είναι γεγονός. Το «απέτυχα στη ζωή μου» είναι ερμηνεία. Το πρώτο περιγράφει ένα αποτέλεσμα. Το δεύτερο κατασκευάζει μια ταυτότητα.
Η Γνωσιακή Κατασκευή Της Αποτυχίας
Όπως προείπαμε, το γεγονός και η ερμηνεία του γεγονότος αποτελούν δύο διαφορετικά επίπεδα πραγματικότητας.
Ας εξετάσουμε το ακόλουθο παράδειγμα.
Γεγονός:
«Ο μαθητής συγκέντρωσε 15.200 μόρια.»
Το γεγονός είναι ουδέτερο. Αποτελεί μια περιγραφή δεδομένων.
Ωστόσο, το γεγονός αυτό μπορεί να ερμηνευθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους:
«Δεν πέτυχα τον στόχο μου.»
«Χρειάζομαι διαφορετική στρατηγική.»
«Απέτυχα.»
«Δεν είμαι αρκετά ικανός.»
«Δεν θα πετύχω ποτέ επαγγελματικά.»
Παρατηρούμε ότι όσο απομακρυνόμαστε από το αρχικό γεγονός, τόσο περισσότερο εισερχόμαστε στον χώρο της ερμηνείας.
Αυτό ακριβώς μελετά επίσης και το NLP. Δεν ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το τι συνέβη αλλά για το πώς το άτομο οργανώνει νοητικά αυτό που συνέβη.
Η Αποτυχία Ως Ερμηνευτικό Σχήμα
Στο NLP, η επιτυχία και η αποτυχία δεν αντιμετωπίζονται ως ξεχωριστές κατηγορίες. Δεν είναι ζήτημα ικανού ή μη ικανού ανθρώπου, μεγάλης ή μικρής αξίας. Το NLP ενδιαφέρεται κυρίως για τη λειτουργικότητα μιας συμπεριφοράς ή μιας στρατηγικής. Δηλαδή, πώς αυτό που κάνουμε, σκεφτόμαστε ή πιστεύουμε μάς οδηγεί προς το αποτέλεσμα που επιθυμούμε.
Αυτό αλλάζει ριζικά τη συζήτηση γύρω από τις Πανελλαδικές. Ένας μαθητής που δεν εισάγεται στη σχολή της πρώτης του επιλογής δεν χρειάζεται να ερμηνεύσει το γεγονός ως τελική αποτυχία. Χρειάζεται να εξετάσει πώς παράχθηκε το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Ποια στρατηγική ακολούθησε; Ποια νοητικά μοτίβα τον βοήθησαν; Ποια τον περιόρισαν; Τι θα μπορούσε να τροποποιηθεί; Τι πληροφορία παρέχει το αποτέλεσμα;
Από αυτή την οπτική, η αποτυχία γίνεται δεδομένο ανατροφοδότησης. Στο NLP συχνά χρησιμοποιείται η ιδέα ότι δεν υπάρχει αποτυχία με την απόλυτη έννοια, υπάρχει feedback. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα αποτελέσματα είναι ευχάριστα ή ανώδυνα. Ωστόσοι κάθε αποτέλεσμα μεταφέρει πληροφορία. Και η πληροφορία αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί.
Μάλιστα, μια αποτυχία μπορεί να έχει σημαντικότερο λειτουργικό όφελος από μια επιτυχία. Μια επιτυχία συχνά επιβεβαιώνει μια ήδη υπάρχουσα στρατηγική. Μια αποτυχία, αντιθέτως, αναγκάζει το άτομο να δει τη στρατηγική του πιο καθαρά. Να εντοπίσει τα όριά της. Να αναγνωρίσει ποιες επιλογές ήταν αποτελεσματικές και ποιες όχι. Να αναπτύξει μεγαλύτερη γνωσιακή ευελιξία.
Οι 3 Γνωσιακές Διεργασίες Του NLP
Σύμφωνα με το μοντέλο του NLP, οι άνθρωποι επεξεργάζονται τις πληροφορίες μέσω 3 βασικών μηχανισμών:
Διαγραφή (Deletion)
Η αφορά τις πληροφορίες που αγνοούμε. Ένας μαθητής που εστιάζει αποκλειστικά στο ότι δεν πέρασε στην πρώτη του επιλογή μπορεί να διαγράφει άλλες σημαντικές πληροφορίες: ότι συγκέντρωσε μια αξιοπρεπή βαθμολογία, ότι υπάρχουν εναλλακτικές σχολές, ότι μπορεί να ξαναπροσπαθήσει, ότι η επαγγελματική πορεία δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την πρώτη ακαδημαϊκή επιλογή.
Παραμόρφωση (Distortion)
Η παραμόρφωση αφορά τον τρόπο με τον οποίο αλλοιώνουμε και ανακατασκευάζουμε την εμπειρία ώστε να ταιριάζει στις ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις μας. Αν κάποιος πιστεύει ότι «μόνο οι άριστοι αξίζουν», μπορεί να ερμηνεύσει ένα μέτριο αποτέλεσμα ως απόδειξη προσωπικής ανεπάρκειας.
Γενίκευση (Generalization)
Η γενίκευση αφορά τη μετατροπή ενός μεμονωμένου γεγονότος σε καθολικό κανόνα. «Δεν πέτυχα φέτος» γίνεται «δεν τα καταφέρνω ποτέ». Αυτή η γενίκευση είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, επειδή μετακινεί το άτομο από το πεδίο της πράξης στο πεδίο της ταυτότητας. Η γενίκευση αυτή αποτελεί έναν από τους συχνότερους μηχανισμούς γνωστικής στρέβλωσης.
Το Meta Model Και Η Αποδόμηση Της Καταστροφικής Σκέψης
Μία από τις πιο γνωστές τεχνικές του NLP είναι το Meta Model.
Πρόκειται για ένα γλωσσικό εργαλείο που σχεδιάστηκε για να αποκαλύπτει τις λογικές ασυνέπειες, τις παραλείψεις και τις αυθαίρετες γενικεύσεις που κρύβονται πίσω από τις καθημερινές δηλώσεις.
Ας υποθέσουμε ότι ένας μαθητής δηλώνει:
«Το μέλλον μου καταστράφηκε επειδή δεν πέρασα στη σχολή που ήθελα.»
Ένας NLP professional δεν θα επιχειρούσε να τον καθησυχάσει άμεσα. Θα προσπαθούσε πρώτα να διερευνήσει τη δομή της δήλωσης.
Τι ακριβώς σημαίνει «μέλλον»;
Με ποιον τρόπο καταστράφηκε;
Ποια δεδομένα το αποδεικνύουν;
Υπάρχει μόνο μία πιθανή διαδρομή;
Ποιος ορίζει ότι αυτή η σχολή είναι η μοναδική οδός προς την επιτυχία;
Οι ερωτήσεις αυτές δεν έχουν σκοπό να παρηγορήσουν. Έχουν σκοπό να αποκαλύψουν ότι πολλές από τις σκέψεις που βιώνονται ως αλήθειες είναι στην πραγματικότητα γλωσσικές κατασκευές. Και όταν αλλάζει η γλωσσική κατασκευή, μπορεί να αλλάξει και η εσωτερική εμπειρία.
Modeling: Ο Πυρήνας Του NLP
Το modeling αποτελεί έναν από τους πυρήνες του NLP. Η βασική του ιδέα είναι ότι μπορούμε να μελετήσουμε ανθρώπους που παράγουν συγκεκριμένα αποτελέσματα και να αναλύσουμε τη δομή της συμπεριφοράς τους. Όχι απλώς τι κάνουν εξωτερικά (outer game), αλλά πώς σκέφτονται, τι πιστεύουν, πώς οργανώνουν την προσοχή τους, πώς χρησιμοποιούν τη γλώσσα, πώς λαμβάνουν αποφάσεις και πώς διαχειρίζονται την ανατροφοδότηση (inner game).
Συνήθως το modeling συνδέεται με την επιτυχία. Μελετούμε, για παράδειγμα, έναν εξαιρετικό ομιλητή, έναν αποτελεσματικό ηγέτη, έναν επιτυχημένο αθλητή ή έναν μαθητή με υψηλές επιδόσεις. Όμως η βαθύτερη λογική του modeling δεν είναι να αντιγράψουμε την επιτυχία ως αποτέλεσμα. Είναι να κατανοήσουμε τη δομή που παράγει ένα χρήσιμο αποτέλεσμα.
Εδώ βρίσκεται μια σημαντική διαφοροποίηση. Το NLP δεν ρωτά «ποιος πέτυχε;». Ρωτά «ποια στρατηγική παρήγαγε ποιο αποτέλεσμα;» Και ακόμη πιο ουσιαστικά: «είναι αυτό το αποτέλεσμα επιθυμητό για το συγκεκριμένο άτομο;»
Με αυτή την έννοια, μπορούμε να μιλήσουμε ακόμη και για το πώς κάποιος «αποτυγχάνει καλά». Όχι με την έννοια ότι η αποτυχία είναι επιθυμητή από μόνη της, αλλά με την έννοια ότι ο τρόπος με τον οποίο επεξεργάζεται κανείς την αποτυχία παράγει ανάπτυξη, μάθηση, αναπροσαρμογή και καλύτερη ευθυγράμμιση με τους στόχους του.
Το modeling, λοιπόν, μπορεί να εφαρμοστεί και στην αποτυχία. Μπορούμε να μελετήσουμε ανθρώπους που δεν πέτυχαν και να τους βοηθήσουμε να συνειδητοποιήσουν τα βήματα που τους οδήγησαν στην επιτυχή έκβαση ενός ανεπιθύμητου αποτελέσματος, όπως επίσης πώς θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τα ευρήματα. Τι έκαναν, ποια βήματα και σκεπτικό ακολούθησαν, ποιες σκέψεις κυρίευαν το μυαλό τους; Αυτές οι ερωτήσεις είναι εξαιρετικά χρήσιμες για έναν μαθητή μετά τις Πανελλαδικές. Διότι το σημαντικό δεν είναι μόνο αν πέτυχε ή απέτυχε. Είναι αν διαθέτει τη νοητική δομή που του επιτρέπει να αξιοποιήσει το οποιοδήποτε αποτέλεσμα με τρόπο παραγωγικό (μετα-γνώση).
Growth Mindset: Η Ικανότητα Δεν Είναι Στατική
Η θεωρία του Growth Mindset, που συνδέεται με το έργο της Carol Dweck, προσφέρει ένα επιπλέον ψυχολογικό πλαίσιο. Σύμφωνα με αυτή, οι άνθρωποι διαφέρουν στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την ικανότητα. Όσοι διαθέτουν fixed mindset τείνουν να θεωρούν ότι η ευφυΐα και η ικανότητα είναι σχετικά σταθερές. Αν αποτύχουν, ερμηνεύουν την αποτυχία ως απόδειξη ανεπάρκειας. Όσοι διαθέτουν growth mindset βλέπουν την ικανότητα ως κάτι που μπορεί να αναπτυχθεί μέσα από στρατηγική, προσπάθεια, ανατροφοδότηση και μάθηση.
Το growth mindset δεν σημαίνει ότι όλοι μπορούν να πετύχουν τα πάντα απλώς επειδή προσπαθούν. Σημαίνει ότι η αποτυχία δεν χρειάζεται να μεταφράζεται σε μόνιμη ταυτότητα. Μπορεί να λειτουργήσει ως πληροφορία για το τι χρειάζεται αλλαγή.
Attribution Theory: Πού Αποδίδουμε Την Αιτία;
Μια ακόμη χρήσιμη θεωρία είναι η θεωρία της απόδοσης αιτιών, γνωστή ως Attribution Theory. Η βασική της ιδέα είναι ότι οι άνθρωποι δεν επηρεάζονται μόνο από τα γεγονότα, αλλά και από τις αιτίες στις οποίες αποδίδουν τα γεγονότα.
Αν ένας μαθητής αποδώσει την αποτυχία του σε μια σταθερή και εσωτερική αιτία, όπως «δεν είμαι ικανός», είναι πιθανό να χάσει το κίνητρό του. Αν όμως την αποδώσει σε μεταβλητούς παράγοντες, όπως η στρατηγική μελέτης, η διαχείριση χρόνου, το άγχος ή η έλλειψη σωστής καθοδήγησης, τότε διατηρείται η δυνατότητα αλλαγής.
Το NLP κινείται σε παρόμοια κατεύθυνση, όχι επειδή ζητά από το άτομο να αρνηθεί την πραγματικότητα, αλλά επειδή το βοηθά να εξετάσει ποια ερμηνεία είναι πιο λειτουργική. Η φράση «δεν είμαι ικανός» δεν παράγει δράση. Η φράση «η στρατηγική μου δεν απέδωσε όπως ήθελα» παράγει ανάλυση και διερεύνηση άλλων διαδρομών. Και η ανάλυση μπορεί να οδηγήσει σε νέα συμπεριφορά.
Self-Determination Theory: Τι Θέλουμε Πραγματικά;
Η Θεωρία του Αυτοπροσδιορισμού (Self-Determination Theory) των Deci και Ryan προσθέτει μία ακόμη σημαντική διάσταση στην κατανόηση της επιτυχίας και της αποτυχίας. Σύμφωνα με τη θεωρία, η ανθρώπινη παρακίνηση συνδέεται με τρεις βασικές ψυχολογικές ανάγκες: την αυτονομία, την επάρκεια και τη σύνδεση με τους άλλους.
Στο πλαίσιο των Πανελλαδικών, συχνά το ερώτημα «τι θέλω να σπουδάσω;» συγχέεται με το «τι περιμένουν οι άλλοι από εμένα;». Ένας μαθητής μπορεί να επιδιώκει την εισαγωγή του σε μια συγκεκριμένη σχολή όχι επειδή ανταποκρίνεται στα προσωπικά του ενδιαφέροντα και στις αξίες του, αλλά επειδή θεωρείται από τον περίγυρο του κοινωνικά αναγνωρισμένη μορφή επιτυχίας.
Σε αυτήν την περίπτωση, η αποτυχία μπορεί να αποκτήσει μια παράδοξα χρήσιμη λειτουργία. Μπορεί να διακόψει μια πορεία που είχε επιλεγεί κυρίως με εξωτερικά κριτήρια άλλων και να δημιουργήσει τον χώρο για μια βαθύτερη διαδικασία αυτοδιερεύνησης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αποτυχία είναι «εμπόδιο για καλό». Σίγουρα, όμως, μπορεί να αποτελέσει αφορμή για επανεξέταση της σχέσης ανάμεσα στον στόχο και το αθύτερο σκοπό του επιδίωξη του ατόμου που τον επιδιώκει.
Η παραπάνω λογική συνδέεται άμεσα με το μοντέλο των Logical Levels του Robert Dilts, σύμφωνα με το οποίο η ανθρώπινη εμπειρία οργανώνεται σε διαφορετικά επίπεδα τα οποία περιλαμβάνουν: περιβάλλον και συνθήκες, συμπεριφορές και ενέργειες, ικανότητες, πεποιθήσεις και αξίες, ταυτότητα και απώτερος σκοπός. Οι Πανελλαδικές αξιολογούν κυρίως μια συγκεκριμένη επίδοση και ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Ωστόσο, πολλοί μαθητές ασυνείδητα από το «δεν πέτυχα σε μια εξέταση» περνούν στο «δεν είμαι αρκετός» ή ακόμη και στο «δεν θα καταφέρω να γίνω αυτό που θέλω. Αυτό σημαίνει ότι αναγάγουν μία συμπεριφορά σε πιστεύω ή ταυτότητα.
Από τη σκοπιά του NLP, το πρόβλημα προκύπτει από τη σύγχυση των επιπέδων. Μια αποτυχία σε επίπεδο συμπεριφοράς δεν συνεπάγεται αποτυχία σε επίπεδο ταυτότητας. Και μια ανατροπή σε έναν συγκεκριμένο στόχο δεν καθορίζει κατ’ ανάγκη τον ευρύτερο σκοπό ζωής ενός ανθρώπου.
Η παρατήρηση αυτή οδηγεί σε μία ακόμη θεμελιώδη αρχή του Νευρογλωσσικού Προγραμματισμού: την έννοια της οικολογίας (ecology). Οικολογία σημαίνει να προσμετράμε όλες τις συνέπειες που μπορεί να έχει μια ενέργεια μας ή μια απόφαση που παίρνουμε. Μπορεί ένας μαθητής να πετυχαίνει να μπεί σε μία σχολή αλλά να μην έχει πετύχει να σκεφτεί ότι δεν είναι αυτό που πραγματικά ήθελε διότι είναι αυτό που ήθελαν κάποιοι άλλοι. Αυτό μπορεί να στοιχίσει σε ψυχική ισορροπία, σύγκρουση μέσα του ανάμεσα στο τι έπρεπε και στο τι πραγματικά ήθελε. Δεν είναι σπάνιο να συναντά κανείς ανθρώπους που πέτυχαν ακριβώς αυτό που επιδίωκαν, πέρασαν στη σχολή που ονειρεύονταν ή ακολούθησαν μια επαγγελματική διαδρομή που θεωρούνταν κοινωνικά ιδανική, αλλά εξακολουθούν να βιώνουν αίσθημα κενού, έλλειψη νοήματος ή βαθιά δυσαρέσκεια. Η εξωτερική επιτυχία δεν εγγυάται την εσωτερική πληρότητα όταν δεν υπάρχει ευθυγράμμιση ανάμεσα στον στόχο, στις αξίες, στην αίσθηση ταυτότητας, στον βαθύτερο σκοπό ζωής και πορείας του ατόμου.
Άρα, η επιλογή μιας σχολής ή ενός επαγγελματικού δρόμου δεν αποτελεί απλώς μια απόφαση καριέρας. Αποτελεί μια απόφαση που επηρεάζει ολόκληρη την αρχιτεκτονική της προσωπικής ταυτότητας. Όταν ένας στόχος συνδέεται αποκλειστικά με εξωτερικές προσδοκίες, κοινωνικό κύρος ή ανάγκη επιβεβαίωσης, χωρίς να ευθυγραμμίζεται με τις βαθύτερες αξίες και τον προσωπικό σκοπό του ατόμου, δημιουργείται συχνά μια κατάσταση εσωτερικής σύγκρουσης.
Οι Πανελλαδικές αποτελούν ένα σημαντικό εκπαιδευτικό γεγονός με κοινωνικές και ψυχολογικές διαστάσεις, αλλά η ψυχολογική τους επίδραση δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τη βαθμολογία. Καθορίζεται από το νόημα που αποδίδεται στη βαθμολογία. Από το αν το αποτέλεσμα ερμηνεύεται ως δεδομένο ανατροφοδότησης ή ως τελεσίδικη απόφαση για την προσωπική αξία.
Ίσως τελικά το ουσιαστικό ερώτημα να μην είναι «Πέρασα;» αλλά «Τι σημαίνει αυτό για εμένα;». Διότι ανάμεσα στο γεγονός και στην ψυχολογική εμπειρία παρεμβάλλεται πάντα ο τρόπος με τον οποίο οργανώνουμε το νόημα. Και ακριβώς εκεί, στον χώρο ανάμεσα στο αποτέλεσμα και στην ερμηνεία του, βρίσκεται το πεδίο που επιχειρεί να φωτίσει ο το NLP.
Αν επιθυμείτε να εμβαθύνετε περισσότερο στις παραπάνω έννοιες και τη δομή της ανθρώπινης εμπειρίας, υπάρχουν εξειδικευμένα εκπαιδευτικά προγράμματα NLP που προσεγγίζουν το αντικείμενο με συστηματικό και βιωματικό τρόπο. Περισσότερες πληροφορίες για τις διαθέσιμες εκπαιδεύσεις μπορείτε να βρείτε εδώ.
Αλεξάνδρα Ευθυμιάδου PhD
Ψυχολογία & Neuro-Linguistics
Ιδρύτρια nlpgreece®
Affiliated with NLP University, Santa Cruz, California