Blog

Τι Θα Πουν Οι Άλλοι; Η Ψυχολογία Πίσω Από Την Ανάγκη Για Αποδοχή

Γιατί μας επηρεάζει τόσο η γνώμη των άλλων; Ανακαλύψτε τι συμβαίνει στον εγκέφαλο όταν νιώθουμε ότι κρινόμαστε, πώς η κοινωνική σύγκριση και η ευαισθησία στην απόρριψη επηρεάζουν τη συμπεριφορά μας και πώς το NLP μπορεί να προσφέρει μια διαφορετική οπτική.

 

«Τι θα σκεφτούν για μένα;» Είναι μια ερώτηση που, κάποια στιγμή, περνά από το μυαλό όλων μας. Μπορεί να αφορά στην εμφάνισή μας, σε μια απόφαση που πρέπει να πάρουμε, σε κάτι που είπαμε πάνω στη συζήτηση ή ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να ζήσουμε γενικά τη ζωή μας.

Για κάποιους ανθρώπους, όμως, η γνώμη των άλλων αποκτά δυσανάλογα μεγάλη βαρύτητα. Η πιθανότητα κριτικής μπορεί να προκαλέσει έντονο άγχος, υπερανάλυση και αποφυγή. Ένα λάθος μπορεί να βιωθεί ως προσωπική αποτυχία και μια αμφίσημη αντίδραση του άλλου ως πιθανή απόρριψη.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Και κυρίως: γιατί ο εγκέφαλός μας ενδιαφέρεται τόσο πολύ για το πώς μας βλέπουν οι άλλοι;

 

Η Κοινωνική Αποδοχή Ως Βιολογικά Σημαντική Πληροφορία

Ο άνθρωπος είναι ένα κατεξοχήν κοινωνικό ον. Η ένταξη σε κοινωνικές ομάδες, η δημιουργία σχέσεων και η διατήρηση κοινωνικών δεσμών έχουν διαχρονικά διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επιβίωση και την προσαρμογή μας. Γι’ αυτό και ο εγκέφαλος δεν αντιμετωπίζει όλες τις κοινωνικές πληροφορίες ως ουδέτερες. Η αποδοχή, η απόρριψη, η αξιολόγηση και η κοινωνική θέση μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερη συναισθηματική και φυσιολογική σημασία.

Όταν αισθανόμαστε ότι αξιολογούμαστε από τους άλλους, ενεργοποιείται ένα σύνθετο σύνολο νευρωνικών δικτύων που συμμετέχουν στην επεξεργασία της συναισθηματικής σημασίας, της κοινωνικής πληροφορίας και της πιθανής απειλής. Μελέτες νευροαπεικόνισης έχουν συνδέσει την κοινωνική απόρριψη και το κοινωνικό άγχος με δραστηριότητα σε περιοχές όπως η αμυγδαλή, η πρόσθια νησίδα (anterior insula), ο πρόσθιος φλοιός του προσαγωγίου (anterior cingulate cortex) και προμετωπιαίες περιοχές. Άρα δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο «κέντρο απόρριψης» στον εγκέφαλο· αντίθετα, η κοινωνική αξιολόγηση αποτελεί μια σύνθετη διαδικασία στην οποία συμμετέχουν διαφορετικά δίκτυα, ανάλογα με την κατάσταση, το πλαίσιο και το προσωπικό της νόημα.

Η αμυγδαλή, για παράδειγμα, συμμετέχει στην επεξεργασία κοινωνικά σημαντικών ερεθισμάτων και στην ανίχνευση πιθανής απειλής, ενώ οι αλληλεπιδράσεις της με προμετωπιαίες περιοχές συμβάλλουν στην αξιολόγηση και τη ρύθμιση των συναισθηματικών αντιδράσεων. Όταν μια κοινωνική κατάσταση εκλαμβάνεται ως απειλητική, η προσοχή μπορεί να στραφεί εντονότερα σε κοινωνικά σήματα, όπως ο τόνος της φωνής, οι μικροεκφράσεις ή μια αμφίσημη αντίδραση, καθώς ο εγκέφαλος προσπαθεί να εκτιμήσει τη σημασία τους.

Η διαδικασία αυτή δεν περιορίζεται στον εγκέφαλο. Η “απειλή” της κοινωνικής αξιολόγησης μπορεί να ενεργοποιήσει το σύστημα στρες. Μια σημαντική μετα-ανάλυση 208 εργαστηριακών μελετών έδειξε ότι στρεσογόνες καταστάσεις που περιλαμβάνουν κοινωνική αξιολόγηση μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές εκκρίσεις κορτιζόλης, ιδιαίτερα όταν το άτομο αισθάνεται ότι αξιολογείται και ταυτόχρονα έχει περιορισμένο έλεγχο πάνω στην κατάσταση.

Επομένως, το «φοβάμαι τι θα πουν οι άλλοι» δεν είναι μια αφηρημένη σκέψη. Μπορεί να συνοδεύεται από πραγματική ενεργοποίηση νευροβιολογικών μηχανισμών που σχετίζονται με την επεξεργασία κοινωνικής απειλής και το στρες.

Και εδώ βρίσκεται μια ιδιαίτερα σημαντική διάκριση: η αντίληψη της απειλής δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την πραγματική απειλή. Ο εγκέφαλος δεν καταγράφει παθητικά την κοινωνική πραγματικότητα. Επεξεργάζεται πληροφορίες, χρησιμοποιεί προηγούμενες εμπειρίες και προσδοκίες και προσπαθεί να προβλέψει τι μπορεί να σημαίνει μια δεδομένη κατάσταση. Έτσι, το ίδιο κοινωνικό ερέθισμα μπορεί να αποκτήσει εντελώς διαφορετική σημασία για δύο διαφορετικούς ανθρώπους.

Αυτό ακριβώς το σημείο μας οδηγεί από τη νευροβιολογία στην ψυχολογία: δεν έχει σημασία μόνο τι συμβαίνει, αλλά και τι περιμένουμε ότι θα συμβεί και τι σημασία του αποδίδουμε.

Όταν Περιμένουμε Την Απόρριψη, Αρχίζουμε Να Τη Βλέπουμε Παντού

Αυτό μας οδηγεί στη θεωρία της Ευαισθησίας στην Απόρριψη (Rejection Sensitivity), που αναπτύχθηκε από τους Geraldine Downey και Scott Feldman.

Η έννοια περιγράφει την τάση ενός ανθρώπου να προσδοκά με άγχος την απόρριψη, να αναγνωρίζει ευκολότερα πιθανά σημάδια απόρριψης και να αντιδρά έντονα όταν πιστεύει ότι τη βιώνει.

Το σημαντικό είναι ότι η ευαισθησία στην απόρριψη δεν αφορά μόνο στο τι συμβαίνει αντικειμενικά σε μια κοινωνική κατάσταση, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο το άτομο ερμηνεύει αυτό που συμβαίνει. Όταν κάποιος έχει μάθει να περιμένει ότι οι άλλοι θα τον κρίνουν, θα τον απορρίψουν ή θα βρουν κάτι αρνητικό πάνω του, μπορεί να παρατηρεί με μεγαλύτερη προσοχή ακόμη και μικρά ή αμφίσημα κοινωνικά σημάδια.

Για παράδειγμα, μια ουδέτερη αντίδραση, μια καθυστέρηση στην απάντηση ή ένα σχόλιο που δεν είναι ξεκάθαρα θετικό μπορεί να ερμηνευτεί ως ένδειξη αποδοκιμασίας. Δεν σημαίνει ότι το άτομο «φαντάζεται πράγματα» ή ότι η ερμηνεία του είναι συνειδητά λανθασμένη. Ενδεχομένως, η προηγούμενη προσδοκία επηρεάζει το τι προσέχει, πώς αξιολογεί την πληροφορία και ποιο νόημα της αποδίδει.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος:

προσδοκία απόρριψης → αυξημένη επαγρύπνηση για κοινωνικά σημάδια → αρνητική ερμηνεία αμφίσημων πληροφοριών → έντονη συναισθηματική αντίδραση → ενίσχυση της πεποίθησης ότι «οι άλλοι με κρίνουν ή θα με απορρίψουν».

Με τον χρόνο, αυτό μπορεί να κάνει τον φόβο της κοινωνικής αξιολόγησης να μοιάζει αυτονόητος. Το άτομο δεν αντιδρά μόνο σε αυτό που συμβαίνει τώρα, αλλά και σε αυτό που έχει μάθει να περιμένει ότι θα συμβεί.

Γιατί Συγκρίνουμε Τον Εαυτό Μας Με Τους Άλλους;

Ένας δεύτερος σημαντικός μηχανισμός είναι η κοινωνική σύγκριση.

Το 1954, ο Leon Festinger διατύπωσε τη Θεωρία της Κοινωνικής Σύγκρισης (Social Comparison Theory), σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι έχουν την τάση να αξιολογούν τις ικανότητες και τις απόψεις τους συγκρίνοντάς τες με εκείνες των άλλων, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει κάποιο απόλυτο και αντικειμενικό μέτρο αξιολόγησης.

Η σύγκριση μπορεί να μας βοηθήσει να προσανατολιστούμε. Μπορεί όμως να γίνει προβληματική όταν χρησιμοποιείται συνεχώς ως μέτρο προσωπικής αξίας.

Τα social media ενισχύουν ιδιαίτερα αυτή τη διαδικασία, επειδή μας προσφέρουν μια αδιάκοπη ροή κοινωνικών πληροφοριών: εμφάνιση, επιτυχία, σχέσεις, ταξίδια, επαγγελματικά επιτεύγματα.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι συγκρίνουμε, αλλά τι ακριβώς συγκρίνουμε και με ποιον τρόπο. Πολύ συχνά δεν συγκρίνουμε δύο πραγματικότητες με τους ίδιους όρους. Συγκρίνουμε τις αμφιβολίες, τις αποτυχίες και τις καθημερινές δυσκολίες της δικής μας ζωής με ένα μικρό, επιλεγμένο κομμάτι της ζωής κάποιου άλλου. Βλέπουμε το αποτέλεσμα, χωρίς να γνωρίζουμε τη διαδρομή.

Ακόμη και όταν η σύγκριση δεν πυροδοτείται από τα social media, μπορεί να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Μπορεί να συγκρίνουμε τη δική μας πορεία με έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε διαφορετικό στάδιο ζωής, έχει διαφορετικές ευκαιρίες, διαφορετικές προτεραιότητες ή ζει σε διαφορετικές συνθήκες.

Έτσι, μια διαδικασία που θα μπορούσε να μας δώσει πληροφορίες για τον εαυτό μας μετατρέπεται εύκολα σε μέτρο προσωπικής αξίας: «Εκείνος τα καταφέρνει, ενώ εγώ δεν τα καταφέρνω αρκετά». Και τότε η σύγκριση παύει να απαντά στο «πού βρίσκομαι;» και αρχίζει να απαντά στο «πόσο αξίζω;».

NLP: Κατανοώντας Πώς Δημιουργείται Η Αντίδρασή Μας Στην Κριτική

Σε αυτό το σημείο, ο Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός (NLPNeuro Linguistic Programming) μπορεί να μας δώσει έναν διαφορετικό τρόπο να παρατηρήσουμε τη σχέση μας με την κριτική. Πριν βιαστούμε να “βαφτίσουμε” την αντίδρασή μας «σωστή» ή «λάθος», μπορούμε να κάνουμε μια πιο συγκεκριμένη ερώτηση: Τι ακριβώς συμβαίνει μέσα μας τη στιγμή που αισθανόμαστε ότι κάποιος μας ασκεί κριτική;

Ο όρος NLP αναφέρεται σε τρεις διαστάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας:

Νεύρο: αφορά στη νευρολογική διάσταση, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο το νευρικό σύστημα προσλαμβάνει και επεξεργάζεται πληροφορίες από το περιβάλλον και το σώμα.

Γλωσσικός: αφορά στη γλώσσα και στον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε, εκφράζουμε και αποδίδουμε νόημα στην εμπειρία μας

Προγραμματισμός: Αναφέρεται στα επαναλαμβανόμενα μοτίβα με τα οποία αντιλαμβανόμαστε, σκεφτόμαστε και συμπεριφερόμαστε.

Από την οπτική του NLP, λοιπόν, έχει ενδιαφέρον να μη σταθούμε μόνο στο τελικό αποτέλεσμα, ότι δηλαδή κάποιος «φοβάται την κριτική», αλλά να εξετάσουμε τη διαδικασία που προηγείται της αντίδρασης. Τι αντιλαμβάνεται ως κριτική; Τι σημαίνει για εκείνον; Πώς την αξιολογεί; Τι περιμένει ότι θα συμβεί στη συνέχεια; Και πώς όλα αυτά επηρεάζουν τη συμπεριφορά του;

Σε αυτό το σημείο συναντάμε μία από τις βασικές έννοιες του NLP: το Modeling.

Το Modeling εξετάζει τη δομή πίσω από ένα αποτέλεσμα. Αν θέλουμε να καταλάβουμε γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να δεχθεί μια αρνητική γνώμη χωρίς να αισθανθεί ότι απειλείται η προσωπική του αξία, δεν αρκεί να υποθέσουμε ότι «έχει αυτοπεποίθηση». Το ερώτημα γίνεται πιο συγκεκριμένο: Τι κάνει διαφορετικά;

Πώς αντιλαμβάνεται την κριτική; Τι πληροφορία κρατά από αυτήν; Πώς διαχωρίζει μια γνώμη από την προσωπική του αξία; Πώς αξιολογεί αν το σχόλιο είναι χρήσιμο ή όχι; Και, τελικά, πώς επιλέγει να αντιδράσει;

Αυτό δεν σημαίνει ότι το NLP θεωρεί πως υπάρχει μία μοναδική «σωστή» στρατηγική για να αντιμετωπίζουμε την κριτική. Η αξία του Modeling έγκειται περισσότερο στην παρατήρηση της διαδικασίας. Μας βοηθά να μετατρέψουμε κάτι που μοιάζει αυτόματο σε κάτι που μπορούμε να εξετάσουμε: ποια ερεθίσματα ενεργοποιούν την αντίδραση, ποια νοήματα συνδέονται με αυτά και ποια βήματα οδηγούν τελικά στη συμπεριφορά.

Και εδώ το Modeling μπορεί να γίνει ακόμη πιο ενδιαφέρον μέσα από το Self-Modeling.

Στο Self-Modeling δεν χρειάζεται απαραίτητα να αναζητήσουμε έναν άλλον άνθρωπο που «διαχειρίζεται αποτελεσματικά» την κριτική. Μπορούμε να παρατηρήσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό και να αναζητήσουμε στιγμές στις οποίες ήδη αντιδρούμε διαφορετικά.

Γιατί μπορεί να υπάρχουν καταστάσεις στις οποίες η γνώμη των άλλων μας επηρεάζει έντονα και άλλες στις οποίες δεν μας επηρεάζει σχεδόν καθόλου. Μπορεί, για παράδειγμα, να μη μας ενοχλεί ιδιαίτερα η κριτική ενός αγνώστου, αλλά να μας επηρεάζει βαθιά η γνώμη ενός συγκεκριμένου κοντινού μας ανθρώπου. Ή να μπορούμε να δεχθούμε ένα σχόλιο για τη δουλειά μας, αλλά να δυσκολευόμαστε πολύ περισσότερο όταν αυτό αγγίζει την προσωπική μας εικόνα.

Αυτές οι διαφορές είναι σημαντικές, γιατί δείχνουν ότι η αντίδρασή μας δεν είναι απαραίτητα ίδια σε όλες τις συνθήκες. Το Self-Modelling μας καλεί να παρατηρήσουμε τις εξαιρέσεις: πότε δεν φοβόμαστε την κριτική; Τι είναι διαφορετικό τότε; Τι σκεφτόμαστε, πού εστιάζουμε την προσοχή μας και τι σημασία δίνουμε στη γνώμη του άλλου;

Έτσι, αντί να αντιμετωπίζουμε τον φόβο της κριτικής ως ένα σταθερό χαρακτηριστικό μας, μπορούμε να αρχίσουμε να εντοπίζουμε ένα μοτίβο που έχει διαφορετική ένταση και διαφορετική λειτουργία ανάλογα με το πλαίσιο.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο του Modeling: δεν μας ζητά να αλλάξουμε μια συμπεριφορά. Μας καλεί πρώτα να την παρατηρήσουμε με ακρίβεια ώστε να καταλάβουμε πώς λειτουργεί. Γιατί όταν κατανοούμε καλύτερα τη διαδικασία, μπορούμε να αρχίσουμε να αναζητούμε περισσότερες επιλογές στον τρόπο με τον οποίο ανταποκρινόμαστε.

Μια Διαφορετική Οπτική: Perceptual Positions

Ένα ακόμη εργαλείο του NLP που μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμο για την αντιμετώπιση του φόβου της κοινωνικής αξιολόγησης είναι οι Θέσεις Αντίληψης (Perceptual Positions), δηλαδή η διερεύνηση μιας κατάστασης μέσα από διαφορετικές οπτικές.

Όταν φοβόμαστε την κριτική, η προσοχή μας συχνά περιορίζεται στη δική μας εσωτερική εμπειρία: «Πώς φαίνομαι; Μήπως το είπα λάθος; Τι θα σκέφτονται για μένα;». Η προσοχή στρέφεται έντονα προς τον εαυτό και προς την πιθανή αξιολόγηση από τους άλλους. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, μια κοινωνική στιγμή μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη σημασία από αυτή που αντικειμενικά έχει.

Η ψυχολογία έχει μελετήσει αντίστοιχα φαινόμενα μέσα από την έννοια του φαινομένου του προβολέα (spotlight effect), μία γνωστική προκατάληψη που αφορά στην τάση να υπερεκτιμάμε τον βαθμό στον οποίο οι άλλοι παρατηρούν την εμφάνιση, τη συμπεριφορά ή τα λάθη μας. Η έρευνα των Gilovich και συνεργατών έδειξε ότι οι άνθρωποι συχνά θεωρούν ότι τα χαρακτηριστικά ή τα λάθη τους είναι περισσότερο εμφανή στους άλλους απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα.

Η τεχνική αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως ένας τρόπος διεύρυνσης της οπτικής. Η βασική λογική είναι να εξετάσουμε μια ίδια κατάσταση από διαφορετικές θέσεις.

Στην πρώτη θέση, παρατηρούμε την εμπειρία από τη δική μας οπτική: τι αισθανόμαστε, τι σκεφτόμαστε και πώς αντιλαμβανόμαστε τη συμπεριφορά του άλλου.

Στη δεύτερη θέση, επιχειρούμε να εξετάσουμε την κατάσταση από την οπτική του άλλου ανθρώπου. Αυτό δεν σημαίνει ότι υποθέτουμε πως γνωρίζουμε τι σκέφτεται. Αντίθετα, προσπαθούμε να αναρωτηθούμε τι άλλο μπορεί να συμβαίνει από τη δική του πλευρά και ποια στοιχεία της κατάστασης ίσως δεν είχαμε λάβει υπόψη.

Στην τρίτη θέση, παρατηρούμε την αλληλεπίδραση περισσότερο σαν εξωτερικός παρατηρητής. Πώς θα φαινόταν αυτή η κατάσταση σε κάποιον που δεν συμμετέχει συναισθηματικά σε αυτήν; Τι ακριβώς συνέβη, τι ερμηνεύσαμε εμείς και ποια σημεία γνωρίζουμε πραγματικά;

Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στον φόβο της κριτικής, επειδή δημιουργεί έναν διαχωρισμό ανάμεσα σε γεγονός, ερμηνεία και υπόθεση. Το γεγονός μπορεί να είναι ότι κάποιος δεν σχολίασε ένα αστείο που κάναμε. Η δική μας ερμηνεία μπορεί να είναι «δεν του άρεσε αυτό που είπα». Και η υπόθεση μπορεί να γίνει ακόμη πιο συγκεκριμένη: «Τώρα μάλλον πιστεύει ότι δεν είμαι αρκετά αστείος/α».

Οι τρεις αυτές πληροφορίες δεν είναι ισοδύναμες. Όμως, όταν είμαστε συναισθηματικά φορτισμένοι, μπορούν εύκολα να συγχωνευθούν και να βιωθούν όλες ως βεβαιότητα.

Η σύνδεση με το perspective-taking, δηλαδή την ικανότητα να εξετάζουμε μια κατάσταση από την οπτική ενός άλλου ανθρώπου, είναι εδώ ιδιαίτερα σημαντική. Η αλλαγή οπτικής δεν αποσκοπεί στο να αντικαταστήσει τη δική μας ερμηνεία με μια υποθετική «σωστή» ερμηνεία του άλλου. Σκοπός είναι να αναγνωρίσουμε ότι μια κοινωνική κατάσταση μπορεί να έχει περισσότερες από μία πιθανές ερμηνείες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ερμηνεία είναι εξίσου πιθανή ούτε ότι η κριτική που δεχόμαστε είναι πάντα αβάσιμη. Σημαίνει ότι πριν οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι «κάτι δεν πάει καλά», μπορούμε να δημιουργήσουμε λίγο περισσότερο χώρο ανάμεσα στο ερέθισμα και στο συμπέρασμα.

Και αυτός ο χώρος είναι σημαντικός. Γιατί ο στόχος δεν είναι να πάψουμε να ενδιαφερόμαστε για τη γνώμη των άλλων. Είναι να μπορούμε να λαμβάνουμε την κοινωνική πληροφορία χωρίς να της επιτρέπουμε αυτόματα να καθορίζει την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.

Αυτή ακριβώς η διαδικασία της παρατήρησης, της κατανόησης και της αναζήτησης περισσότερων επιλογών βρίσκεται στον πυρήνα της προσέγγισης του NLP. Για όσους θέλουν να εξερευνήσουν πιο συστηματικά τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα, η σκέψη και η επικοινωνία επηρεάζουν την ανθρώπινη εμπειρία, στις 16 Οκτωβρίου ξεκινά το πρόγραμμα NLP University Practitioner Certification.

Μέσα από την εκπαίδευση, οι συμμετέχοντες γνωρίζουν βασικές αρχές και εργαλεία του NLP και μαθαίνουν να τα εφαρμόζουν σε πραγματικές συνθήκες επικοινωνίας, προσωπικής ανάπτυξης και επαγγελματικής πρακτικής.

Αλεξάνδρα Ευθυμιάδου PhD
Ψυχολογία & Neuro-Linguistics
Ιδρύτρια nlpgreece®
Affiliated with NLP University, Santa Cruz, California