Blog

Γιατί Το Παιδί Μου Δεν Διαβάζει; Ψυχολογία, Κίνητρα Και NLP

Τι κρύβεται πίσω από την άρνηση για διάβασμα και πώς η ψυχολογία, η σωστή επικοινωνία και οι τεχνικές NLP μπορούν να βοηθήσουν το παιδί να αναπτύξει αυτονομία και καλύτερες στρατηγικές μάθησης.

«Δεν θέλει να διαβάσει.»

«Κάθε μέρα τα ίδια. Πρέπει να του το πω δέκα φορές.»

«Είναι έξυπνο παιδί, αλλά δεν προσπαθεί.»

«Μόλις ανοίξει το βιβλίο, βαριέται.»

Για πολλούς γονείς, αυτές οι φράσεις αποτελούν μέρος της καθημερινότητας. Με την έναρξη των σχολείων, η μελέτη γίνεται αφορμή για διαπραγματεύσεις, εντάσεις, φωνές και συχνά δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: ο γονιός πιέζει περισσότερο, το παιδί αντιδρά περισσότερο και στο τέλος κανείς δεν αισθάνεται ότι κέρδισε κάτι.

Το εύκολο συμπέρασμα είναι ότι το παιδί «τεμπελιάζει», «δεν έχει πειθαρχία» ή «δεν ενδιαφέρεται για το σχολείο».

Αλλά είναι πράγματι τόσο απλό;

Ίσως το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι «Γιατί δεν διαβάζει;», αλλά:

«Τι σημαίνει το διάβασμα για αυτό το παιδί;»

Γιατί δύο παιδιά μπορούν να έχουν ακριβώς την ίδια εργασία μπροστά τους και να βιώνουν δύο εντελώς διαφορετικές εμπειρίες.

Για το ένα, το διάβασμα μπορεί να είναι απλώς «κάτι που πρέπει να τελειώσω».

Για το άλλο μπορεί να σημαίνει «θα κάνω λάθος και θα απογοητεύσω τους γονείς μου».

Για ένα τρίτο μπορεί να σημαίνει «είμαι κακός στα μαθηματικά».

Και για ένα τέταρτο μπορεί να σημαίνει «βαριέμαι και προτιμώ να κάνω κάτι που μου δίνει άμεση ευχαρίστηση».

Η συμπεριφορά είναι η ίδια: το παιδί δεν διαβάζει. Ο μηχανισμός πίσω από αυτή όμως μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικός.

 

Δεν Είναι Πάντα Θέμα Τεμπελιάς

Η σύγχρονη ψυχολογία έχει δείξει ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν καθορίζεται μόνο από το αν γνωρίζουμε τι «πρέπει» να κάνουμε. Η κινητοποίηση επηρεάζεται από το πώς αντιλαμβανόμαστε μια δραστηριότητα, από το αν αισθανόμαστε ικανοί να την πραγματοποιήσουμε, από το πόσο έλεγχο έχουμε πάνω σε αυτήν και από το συναισθηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα.

Εδώ αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμη η Θεωρία Αυτοπροσδιορισμού (Self-Determination Theory) των Ryan και Deci. Σύμφωνα με αυτήν, η ποιότητα των κινήτρων μας συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την ικανοποίηση τριών βασικών ψυχολογικών αναγκών: της αυτονομίας, της ικανότητας και της σύνδεσης με τους άλλους.

Με απλά λόγια, ένα παιδί χρειάζεται να αισθάνεται ότι:

  • Έχει επιλογή (αυτονομία)
  • Μπορεί να τα καταφέρει (ικανότητα)
  • Ο γονιός είναι μαζί του, όχι απέναντί του (σύνδεση)

Η έρευνα γύρω από τη γονεϊκή εμπλοκή στη σχολική μελέτη υποστηρίζει αυτή τη διάκριση. Μετα-αναλύσεις έχουν δείξει ότι η υποστηρικτική γονεϊκή στάση, ιδιαίτερα η υποστήριξη της αυτονομίας, συνδέεται πιο θετικά με την ακαδημαϊκή επίδοση από ό,τι ο έλεγχος και η παρεμβατική βοήθεια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο γονιός πρέπει να αδιαφορεί. Αλλά, υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο:

«Κάτσε τώρα αμέσως και διάβασε γιατί έτσι πρέπει.»

και στο:

«Έχεις αρκετή μελέτη για σήμερα. Θες να ξεκινήσεις με τα μαθηματικά ή την ιστορία;»

Και στις δύο περιπτώσεις ο στόχος είναι η μελέτη. Στη δεύτερη, όμως, το παιδί αποκτά μεγαλύτερη αίσθηση συμμετοχής στη διαδικασία.

Πώς Συνδέεται Το NLP Με Το Διάβασμα Και Τη Μάθηση;

Ο Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός (NLP) ενδιαφέρεται, μεταξύ άλλων, για τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα, οι εσωτερικές αναπαραστάσεις και τα νοήματα που δίνουμε στις εμπειρίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε.

Μία από τις βασικές ιδέες που αξιοποιούνται στο NLP είναι ότι δεν αντιδρούμε απλώς σε ένα γεγονός, αλλά στον τρόπο με τον οποίο το έχουμε αναπαραστήσει και ερμηνεύσει.

Για έναν γονιό αυτό δημιουργεί μια πολύ χρήσιμη ερώτηση:

«Τι βλέπει το παιδί όταν βλέπει τη μελέτη που έχει για το σπίτι;»

Εμείς βλέπουμε δέκα ασκήσεις. Το παιδί μπορεί να βλέπει αποτυχία.

Εμείς βλέπουμε ένα κεφάλαιο ιστορίας. Το παιδί μπορεί να βλέπει ένα πολύ βαρετό task.

Εμείς βλέπουμε «μια απλή εργασία». Το παιδί μπορεί να σκέφτεται «δεν θα τα καταφέρω».

Επομένως, πριν προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τη συμπεριφορά, αξίζει να καταλάβουμε την εσωτερική εμπειρία που προηγείται αυτής.

1. Από Την Ετικέτα Στην Παρατήρηση

Μία από τις πιο χρήσιμες αλλαγές στην επικοινωνία είναι να αντικαταστήσουμε τις γενικεύσεις με συγκεκριμένες παρατηρήσεις.

Αντί να πούμε: «Είσαι τεμπέλης.»

μπορούμε να πούμε: «Παρατηρώ ότι δυσκολεύεσαι να ξεκινήσεις.»

Αντί για: «Ποτέ δεν προσέχεις.»

ας δοκιμάσουμε: «Βλέπω ότι σήμερα δυσκολεύεσαι να συγκεντρωθείς.»

Η δεύτερη διατύπωση αφήνει χώρο για αλλαγή. Δεν λέει επιτακτικά στο παιδί «αυτό είσαι». Περιγράφει μόνο αυτό που συμβαίνει στο εδώ και τώρα. Και κάτι που συμβαίνει σε μία δεδομένη χρονική στιγμή μπορεί εύκολα να αλλάξει μελλοντικά.

2. Η Δύναμη Της Αναπλαισίωσης

Η αναπλαισίωση (reframing) είναι ένα από τα βασικά εργαλεία του NLP και αφορά στην αλλαγή του πλαισίου μέσα από το οποίο ερμηνεύουμε μια εμπειρία. Δεν αλλάζει το γεγονός, αλλά εξετάζεται αν υπάρχει ένας διαφορετικός τρόπος να του αποδώσουμε νόημα.

Ας σκεφτούμε τη φράση ενός γονιού: «Το παιδί μου δεν διαβάζει γιατί είναι τεμπέλης.» Η συμπεριφορά είναι πραγματική, όμως η ερμηνεία της δεν είναι η μοναδική δυνατή. Αντί να αντιμετωπίσουμε την «τεμπελιά» ως χαρακτηριστικό του παιδιού, μπορούμε να αναρωτηθούμε τι βρίσκεται πίσω από την αποφυγή: ΔΕΠΥ, μαθησιακές δυσκολίες, φόβος αποτυχίας, ανασφάλεια, έλλειψη αυτοπεποίθησης, κόπωση ή μια αρνητική σύνδεση που έχει δημιουργηθεί με τη μελέτη.

Το γεγονός παραμένει ίδιο, αλλά αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο ο γονιός το βλέπει. Από ένα σταθερό χαρακτηριστικό που χρειάζεται «διόρθωση», η συμπεριφορά μετατρέπεται σε ένα μήνυμα που χρειάζεται διερεύνηση.

Αυτή η μετατόπιση είναι σημαντική και για την επικοινωνία. Όταν αλλάζει το πλαίσιο, αλλάζει και η ερώτηση που ακολουθεί. Αντί να αναζητούμε τρόπους να πιέσουμε περισσότερο το παιδί, αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε τι θα μπορούσε να το βοηθήσει να ξεκινήσει, να αισθανθεί ικανό και να αποκτήσει σταδιακά μεγαλύτερη αυτονομία στη μελέτη του.

Η αναπλαισίωση, επομένως, δεν σημαίνει ότι «δικαιολογούμε» τη συμπεριφορά ούτε ότι αγνοούμε τα όρια και τις υποχρεώσεις. Σημαίνει ότι πριν προσπαθήσουμε να αλλάξουμε μια συμπεριφορά, εξετάζουμε αν την έχουμε κατανοήσει σωστά.

3. Meta Model & Η Δύναμη Των Ερωτήσεων

Στο NLP, το Meta Model αποτελεί ένα σύνολο γλωσσικών μοτίβων και ερωτήσεων που βοηθούν να εξετάσουμε πιο προσεκτικά τι κρύβεται πίσω από γενικεύσεις, παραλείψεις και αόριστες διατυπώσεις. Στην επικοινωνία γονέα-παιδιού μπορεί να γίνει ένα ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο, γιατί πολλές φορές μια φράση όπως «δεν μπορώ», «δεν μου αρέσει» ή «δεν θέλω να διαβάσω» περιγράφει μόνο ένα μέρος της πραγματικής εμπειρίας.

Αντί να σταθούμε στη δήλωση ως τελική απάντηση, μπορούμε να τη διερευνήσουμε με μια πιο συγκεκριμένη ερώτηση: «Τι ακριβώς σε δυσκολεύει;» Έτσι, το αόριστο «δεν μπορώ» μπορεί να αποκαλύψει αν πρόκειται για μια συγκεκριμένη άσκηση, έναν φόβο μήπως κάνει λάθος, δυσκολία συγκέντρωσης ή απλώς κούραση.

Ο στόχος δεν είναι να «στριμώξουμε» το παιδί με ερωτήσεις, αλλά να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα για να κατανοήσουμε καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη δυσκολία. Και όταν το πρόβλημα γίνει συγκεκριμένο, γίνεται συνήθως και πιο εύκολο να αναζητηθεί μια λύση.

Με άλλα λόγια, από το «δεν μπορώ» περνάμε στο «τι ακριβώς δεν μπορώ;». Αυτή η μικρή αλλαγή στη γλώσσα μπορεί να μετατρέψει μια αδιέξοδη δήλωση σε μια συζήτηση που οδηγεί σε δράση.

4. Chunking Up & Chunking Down

Στο NLP, το Chunking αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο μετακινούμαστε ανάμεσα σε διαφορετικά επίπεδα πληροφορίας. Το Chunking Down βοηθά να «σπάσουμε» έναν μεγάλο και ασαφή στόχο σε μικρότερα, συγκεκριμένα και διαχειρίσιμα βήματα, ενώ το Chunking Up μας επιτρέπει να απομακρυνθούμε από τη λεπτομέρεια και να συνδεθούμε ξανά με τον ευρύτερο στόχο και το νόημά του.

Στη μελέτη, και τα δύο μπορούν να φανούν χρήσιμα. Όταν ένα παιδί ακούει «πρέπει να διαβάσεις όλη την Ιστορία», η εργασία μπορεί να μοιάζει τεράστια και δύσκολη. Με το Chunking Down, ο στόχος μπορεί να γίνει πιο συγκεκριμένος και μετατρέπεται σε ένα πρώτο, ξεκάθαρο βήμα: ποιο κεφάλαιο, ποια σελίδα, ποια είναι η πρώτη άσκηση που θα ολοκληρώσει;

Αντίστροφα, το Chunking Up μπορεί να βοηθήσει όταν το παιδί έχει κολλήσει στη λεπτομέρεια και έχει ξεχάσει τον λόγο για τον οποίο προσπαθεί. Τότε μπορούμε να επιστρέψουμε στον ευρύτερο στόχο: Τι θέλει να καταφέρει; Τι θα του προσφέρει το να ολοκληρώσει αυτή την εργασία;

Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί μαθαίνει σταδιακά να κινείται ανάμεσα στο «τι κάνω τώρα» και στο «γιατί το κάνω». Δεν πρόκειται απλώς για έναν τρόπο να τελειώσει τα μαθήματά του, αλλά για μια δεξιότητα οργάνωσης και αυτορρύθμισης που μπορεί να μεταφέρει και σε άλλες απαιτητικές δραστηριότητες.

5. Συναισθηματική Σύνδεση & Εσωτερική Κινητοποίηση

Η ικανότητα ενός παιδιού να συγκεντρώνεται, να οργανώνεται και να επιμένει σε μια δύσκολη δραστηριότητα δεν είναι ανεξάρτητη από τη συναισθηματική του κατάσταση. Το στρες, η κόπωση και η συναισθηματική φόρτιση μπορούν να επηρεάσουν τις εκτελεστικές λειτουργίες, όπως τη διατήρηση της προσοχής, την αναστολή παρορμητικών αντιδράσεων και την ευελιξία στη σκέψη.

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει η συν-ρύθμιση (co-regulation). Όταν ένα παιδί δυσκολεύεται να διαχειριστεί μόνο του την ένταση ή την απογοήτευσή του, ο γονιός μπορεί αρχικά να λειτουργήσει ως εξωτερικός ρυθμιστής, προσφέροντας ασφάλεια, σταθερότητα και καθοδήγηση. Η αναγνώριση του συναισθήματος μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για συνεργασία, αντί να οδηγήσει σε επιπλέον ένταση.

Αυτό συνδέεται και με μια βασική αρχή του NLP: πριν επιχειρήσουμε να αλλάξουμε μια συμπεριφορά, χρειάζεται να αντιληφθούμε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το άτομο και να προσαρμόσουμε ανάλογα την επικοινωνία μας. Για παράδειγμα, αντί για «κάτσε να διαβάσεις», ένας γονιός μπορεί να πει: «Καταλαβαίνω ότι δυσκολεύεσαι· ας δούμε τι χρειάζεσαι για να ξεκινήσεις». Έτσι, αναγνωρίζει το συναίσθημα χωρίς να χάνει από τον στόχο της μελέτης.

Παράλληλα, σημαντικό είναι πώς ενισχύουμε την προσπάθεια του παιδιού. Ένας καλός βαθμός είναι σημαντικό επίτευγμα, όμως όταν η ανατροφοδότηση επικεντρώνεται αποκλειστικά στο αποτέλεσμα, το παιδί μπορεί να συνδέσει την αξία της προσπάθειάς του με την εξωτερική επιβεβαίωση.

Έτσι, αντί για ένα απλό «πήρες καλό βαθμό», μπορούμε να εστιάσουμε και στη διαδικασία: «Επέμεινες παρόλο που δυσκολεύτηκες» ή «Βρήκες έναν τρόπο που σε βοήθησε να το καταλάβεις». Στόχος δεν είναι απλώς να επιβραβεύσουμε το αποτέλεσμα, αλλά να βοηθήσουμε το παιδί να αναγνωρίσει τι μπορεί να κάνει το ίδιο για να αντιμετωπίσει μια δυσκολία.

 Συνοψίζοντας: Ο Στόχος Δεν Είναι Το Παιδί Να Αγαπήσει Το Διάβασμα

Δεν χρειάζεται κάθε παιδί να αγαπά όλα τα μαθήματα ούτε να αισθάνεται διαρκώς motivated για να μάθει.

Η ουσιαστικότερη δεξιότητα είναι η αυτορρύθμιση: η ικανότητα να ξεκινά, να οργανώνει και να συνεχίζει μια δραστηριότητα ακόμη και όταν αυτή δεν προσφέρει άμεση ευχαρίστηση.

Από αυτή την οπτική, ο ρόλος του γονιού είναι να λειτουργεί ως το υποστηρικτικό πλαίσιο που βοηθά το παιδί να αναπτύξει τις δικές του στρατηγικές και, στη συνέχεια, να τις χρησιμοποιεί όλο και πιο αυτόνομα.

Τελικά, το ερώτημα δεν είναι μόνο «Πώς θα κάνω το παιδί μου να διαβάσει;»

Είναι:

«Πώς μπορώ να το βοηθήσω να γίνει σταδιακά ικανό να ρυθμίζει τον εαυτό του, να αντιμετωπίζει τη δυσκολία και να αναλαμβάνει όλο και μεγαλύτερη ευθύνη για τη μάθησή του;»

Το NLP μπορεί να προσφέρει εδώ πρακτικά εργαλεία επικοινωνίας. Αυτά όμως έχουν μεγαλύτερη αξία όταν εντάσσονται σε μια ευρύτερη κατανόηση της ανάπτυξης, της μάθησης, των κινήτρων και της συναισθηματικής ρύθμισης.

Αν θέλετε να γνωρίσετε εις βάθος τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα, η σκέψη και η επικοινωνία μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά και τις ανθρώπινες σχέσεις, στις 16 Οκτωβρίου ξεκινά το πρόγραμμα NLP University Practitioner Certification. Μέσα από την εκπαίδευση, οι συμμετέχοντες έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν τις βασικές αρχές και τα εργαλεία του NLP και να τα εφαρμόσουν σε πραγματικές συνθήκες επικοινωνίας, προσωπικής ανάπτυξης και επαγγελματικής πρακτικής.

Γιατί, τελικά, η αλλαγή δεν ξεκινά πάντα από αυτό που λέμε στον άλλον να κάνει. Μπορεί να ξεκινήσει από τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε να ακούμε, να ρωτάμε και να επικοινωνούμε μαζί του.

 

Αλεξάνδρα Ευθυμιάδου PhD
Ψυχολογία & Neuro-Lingusitics
Ιδρύτρια nlpgreece®
Affiliated with NLP University, Santa Cruz, California