Blog

Το Manifestation Λειτουργεί; Τι Αποκαλύπτε H Νευροεπιστήμη Και Το NLP;

Μια ανάλυση των μηχανισμών της προσοχής, της αποφένιας, των γνωστικών προκαταλήψεων, του Reticular Activating System (RAS) και του NLP μέσα από το πρίσμα της σύγχρονης νευροεπιστήμης.

Τα τελευταία χρόνια το manifestation έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο δημοφιλή θέματα στον χώρο της προσωπικής ανάπτυξης. Βιβλία, podcasts, influencers και coaches υποστηρίζουν ότι οι σκέψεις μας διαθέτουν μια ιδιαίτερη δύναμη: αν εστιάσουμε αρκετά έντονα σε έναν στόχο, το σύμπαν θα ανταποκριθεί και θα αρχίσει να φέρνει στη ζωή μας ανθρώπους, ευκαιρίες και γεγονότα που συνδέονται με αυτόν.

Η ιδέα είναι πραγματικά πολύ ελκυστική, κυρίως γιατί προσφέρει μια αίσθηση ελέγχου σε έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητα. Υποστηρίζει ότι η επιτυχία δεν εξαρτάται μόνο από τις συνθήκες, αλλά και από την ποιότητα των σκέψεών μας. Ωστόσο, όταν εξετάσουμε τους ισχυρισμούς του manifestation μέσα από το πρίσμα της νευροεπιστήμης και της γνωστικής ψυχολογίας, προκύπτει ένα διαφορετικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα που να αποδεικνύουν ότι οι σκέψεις μας επηρεάζουν ως διά μαγείας την πραγματικότητα ή ότι εκπέμπουν κάποια μορφή ενέργειας που προσελκύει συγκεκριμένα γεγονότα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιοι άνθρωποι που εφαρμόζουν manifestation δεν βιώνουν μερικές φορές πραγματικά αποτελέσματα. Σημαίνει, όμως, ότι οι μηχανισμοί που παράγουν αυτά τα αποτελέσματα είναι διαφορετικοί από αυτούς που συνήθως περιγράφονται.

Ο εγκέφαλος Ως Μηχανή Κατασκευής Νοήματος

Ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι η τάση του να αναζητά μοτίβα. Από εξελικτική άποψη, αυτή η ικανότητα υπήρξε εξαιρετικά χρήσιμη. Οι πρόγονοί μας έπρεπε να εντοπίζουν σχέσεις ανάμεσα σε γεγονότα, να αναγνωρίζουν κινδύνους και να προβλέπουν την πιθανότητα να συμβεί στη συνέχεια.

Το θέμα είναι ότι ο εγκέφαλος δεν εντοπίζει μόνο πραγματικά μοτίβα. Συχνά βλέπει συνδέσεις ακόμη και όταν αυτές δεν υπάρχουν, συμπληρώνοντας κενά εκεί όπου δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία.

Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται αποφένια (apophenia). Η τάση αυτή γίνεται εμφανής σε καθημερινά παραδείγματα. Βλέπουμε μορφές και πρόσωπα στα σύννεφα, αναγνωρίζουμε γνωστές φιγούρες σε τυχαία οπτικά ερεθίσματα ή αποδίδουμε ιδιαίτερη σημασία σε συμπτώσεις που πιθανότατα δεν έχουν καμία βαθύτερη σύνδεση μεταξύ τους. Πρόκειται για μια φυσιολογική γνωστική λειτουργία, η οποία σε πολλές περιπτώσεις μας βοηθά να κατανοήσουμε γρήγορα το περιβάλλον μας. Ωστόσο, μπορεί επίσης να οδηγήσει στην υπερερμηνεία τυχαίων γεγονότων.

Στο πλαίσιο του manifestation, η αποφένια συχνά λειτουργεί ως ο μηχανισμός που μετατρέπει μια σειρά καθημερινών περιστατικών σε μια φαινομενικά συνεκτική ιστορία. Κάποιος που εστιάζει έντονα σε έναν στόχο μπορεί να παρατηρήσει ανθρώπους, πληροφορίες ή ευκαιρίες που σχετίζονται με αυτόν και να θεωρήσει ότι αποτελούν σημάδια μιας ευρύτερης διαδικασίας. Η γνωστική ψυχολογία προτείνει μια διαφορετική ερμηνεία: δεν είναι απαραίτητα τα γεγονότα που άλλαξαν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ο εγκέφαλος τα επέλεξε, τα οργάνωσε και τελικά τους απέδωσε νόημα.

Το Δικτυωτό Σύστημα Ενεργοποίησης Και Η Ψευδαίσθηση Της «Έλξης»

Για να κατανοήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό, χρειάζεται να εξετάσουμε τον ρόλο του Δικτυωτού Συστήματος Ενεργοποίησης (Reticular Activating System – RAS), ενός νευρωνικού δικτύου που συμμετέχει στη ρύθμιση της προσοχής και της εγρήγορσης. Παρότι συχνά παρουσιάζεται ως ο βιολογικός μηχανισμός πίσω από το manifestation, η λειτουργία του είναι πολύ διαφορετική από αυτή που συνήθως περιγράφεται.

Το RAS δεν δημιουργεί ευκαιρίες, δεν επηρεάζει εξωτερικά γεγονότα και ασφαλώς δεν λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στις σκέψεις μας και το σύμπαν. Ο βασικός του ρόλος είναι να φιλτράρει τις τεράστιες ποσότητες πληροφοριών που δέχεται ο εγκέφαλος κάθε στιγμή και να καθορίζει ποιες από αυτές θα φτάσουν στη συνειδητή μας προσοχή.

Όταν ένας στόχος αποκτά ιδιαίτερη ψυχολογική σημασία για το άτομο, το σύστημα αυτό αρχίζει να δίνει προτεραιότητα σε ερεθίσματα που σχετίζονται με τον συγκεκριμένο στόχο. Πληροφορίες που προηγουμένως περνούσαν απαρατήρητες αποκτούν ξαφνικά σημασία και γίνονται πολύ πιο εύκολα αντιληπτές. Το άτομο συχνά έχει την εντύπωση ότι ο αριθμός των σχετικών ευκαιριών αυξήθηκε, ενώ στην πραγματικότητα έχει αυξηθεί μόνο η πιθανότητα να τις παρατηρήσει.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο συναντώνται το RAS και η αποφένια. Το πρώτο καθορίζει ποια ερεθίσματα θα εισέλθουν στη συνειδητή προσοχή, ενώ η δεύτερη βοηθά τον εγκέφαλο να τα συνδέσει μεταξύ τους σε μια ενιαία αφήγηση. Με άλλα λόγια, το RAS επιλέγει τα δεδομένα και η αποφένια τους αποδίδει νόημα. Ο συνδυασμός αυτών των δύο μηχανισμών μπορεί εύκολα να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η πραγματικότητα ανταποκρίνεται στις σκέψεις μας, όταν στην ουσία απλώς παρατηρούμε μια μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος φιλτράρει και ερμηνεύει τις πληροφορίες που ήδη υπάρχουν γύρω μας.

Confirmation Bias: γιατί θυμόμαστε μόνο τις επιτυχίες

Ένας ακόμη μηχανισμός που ενισχύει την πεποίθηση στο manifestation είναι η Προκατάληψη της Επιβεβαίωσης (Confirmation Bias), μία από τις πλέον συνηθισμένες γνωστικές προκαταλήψεις. Οι άνθρωποι έχουν την τάση να αναζητούν πληροφορίες που επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις τους και να αγνοούν πληροφορίες που τις διαψεύδουν.

Ένα άτομο που πιστεύει στο manifestation θυμάται εύκολα τις φορές που αυτό φαινομενικά λειτούργησε. Θυμάται τη δουλειά που βρήκε, τη γνωριμία που προέκυψε ή τον στόχο που πέτυχε. Πολύ πιο δύσκολα θυμάται τις δεκάδες ή εκατοντάδες περιπτώσεις στις οποίες οραματίστηκε κάτι και δεν συνέβη απολύτως τίποτα.

Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται στην αστρολογία, στις προφητείες και στις δεισιδαιμονίες. Ο εγκέφαλος καταγράφει δυσανάλογα τα γεγονότα που επιβεβαιώνουν μια προσδοκία και υποτιμά εκείνα που την αμφισβητούν.

Λογικό Σφάλμα Επιβίωσης

Εξίσου συχνό είναι να υποκύπτουμε σε Λογικό Σφάλμα Επιβίωσης (Survivorship Bias). Όταν ακούμε ιστορίες επιτυχίας, έχουμε πρόσβαση μόνο στους ανθρώπους που πέτυχαν. Δεν ακούμε ποτέ το σύνολο των ανθρώπων που ακολούθησαν την ίδια διαδικασία χωρίς αποτέλεσμα.

Αν ένα εκατομμύριο άνθρωποι εφαρμόσουν manifestation για οικονομική επιτυχία, είναι βέβαιο ότι κάποιοι θα γίνουν οικονομικά επιτυχημένοι. Η επιτυχία τους όμως δεν αποδεικνύει ότι η μέθοδος λειτούργησε. Θα μπορούσε να οφείλεται σε δεκάδες άλλους παράγοντες όπως η εκπαίδευση, οι δεξιότητες, οι κοινωνικές συνθήκες, οι ευκαιρίες ή ακόμη και η τύχη.

Οι άνθρωποι που πέτυχαν γράφουν βιβλία, δίνουν συνεντεύξεις και γίνονται case studies. Οι χιλιάδες που δεν πέτυχαν παραμένουν αόρατοι. Έτσι δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι η επιτυχία είναι πολύ συχνότερη από ό,τι πραγματικά είναι.

Η Ντοπαμίνη Και Η Ψευδαίσθηση Της Προόδου

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της νευροεπιστήμης αφορά τον ρόλο της ντοπαμίνης. Αντίθετα με όσα συχνά αναφέρονται, η ντοπαμίνη δεν είναι απλώς η ορμόνη της ευχαρίστησης. Συνδέεται κυρίως με την προσδοκία ανταμοιβής και την κινητοποίηση προς έναν στόχο.

Όταν οραματιζόμαστε θετικές καταστάσεις, για παράδειγμα το ιδανικό μας μέλλον, ενεργοποιούνται νευρωνικά δίκτυα που σχετίζονται με την προσδοκία επιτυχίας. Αυτό μπορεί να αυξήσει προσωρινά τη θετική διάθεση και την αίσθηση αισιοδοξίας.

Ωστόσο υπάρχει και μια λιγότερο γνωστή πλευρά. Ο εγκέφαλος μπορεί να αποκομίσει μέρος της συναισθηματικής ανταμοιβής πριν ακόμη επιτευχθεί ο στόχος. Με απλά λόγια, η φαντασίωση της επιτυχίας μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της πραγματικής επιτυχίας.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους πολλοί άνθρωποι νιώθουν ενθουσιασμένοι όταν δημιουργούν vision boards και αφιερώνουν ώρες οραματιζόμενοι το μέλλον τους, αλλά δεν μεταβάλλουν ουσιαστικά τη συμπεριφορά τους. Η φαντασία προσφέρει συναισθηματική ανταμοιβή χωρίς να απαιτεί προσπάθεια.

 

Η Έρευνα Της Gabrielle Oettingen

Η ψυχολόγος Gabrielle Oettingen αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ερευνητικής της καριέρας στη μελέτη των θετικών φαντασιώσεων. Τα ευρήματά της αμφισβήτησαν πολλές από τις παραδοχές της βιομηχανίας της προσωπικής ανάπτυξης.

Σε σειρά μελετών διαπίστωσε ότι τα άτομα που επένδυαν συστηματικά πολύ χρόνο σε θετικές φαντασιώσεις (positive fantasizing) και εξιδανικευμένες εικόνες του μέλλοντος συχνά κατέληγαν να επιτυγχάνουν λιγότερα από τα άτομα που συνδύαζαν την επιθυμία με μια ρεαλιστική αξιολόγηση των απαιτήσεων και των εμποδίων του στόχου τους. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι σε ορισμένες έρευνες οι έντονες θετικές φαντασιώσεις συσχετίστηκαν με αυξημένα καταθλιπτικά συμπτώματα σε μεταγενέστερο χρόνο.

Σύμφωνα με την ερμηνεία της, όταν το άτομο επενδύει υπερβολικά στη νοητική απόλαυση ενός επιθυμητού μέλλοντος χωρίς να έρχεται σε επαφή με τις δυσκολίες της πραγματικότητας, μπορεί να δημιουργηθεί ένα ολοένα μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα σε αυτό που φαντάζεται και σε αυτό που βιώνει. Το αποτέλεσμα είναι συχνά απογοήτευση, μειωμένη κινητοποίηση και αίσθηση ματαίωσης.

Επίσης, υπάρχει και μία άλλη εξήγηση: όταν φανταζόμαστε επανειλημμένα ένα επιθυμητό μέλλον και βιώνουμε συναισθηματικά την επιτυχία, ο εγκέφαλος λαμβάνει μέρος της ανταμοιβής εκ των προτέρων. Ως αποτέλεσμα, μπορεί να μειωθεί η αίσθηση επείγοντος και η κινητοποίηση που συνήθως απαιτείται για την ανάληψη δράσης και την επίτευξη του στόχου.

Η Oettingen πρότεινε μια διαφορετική προσέγγιση, γνωστή ως WOOP (Wish, Outcome, Obstacle, Plan). Αντί να εστιάζει αποκλειστικά στο επιθυμητό αποτέλεσμα, το άτομο καλείται να αναγνωρίσει τα εμπόδια που θα συναντήσει και να σχεδιάσει συγκεκριμένους τρόπους αντιμετώπισής τους. Έτσι, η έμφαση μεταφέρεται από τη φαντασία στη στρατηγική προσέγγισης.

NLP, Νοητικές Αναπαραστάσεις Και H Επιστήμη Της Ανθρώπινης Επίδοσης

Η συζήτηση γύρω από το manifestation οδηγεί συχνά και στο NLP (Neuro-Linguistic Programming), καθώς ως επιστημολογικό σύστημα επίσης ασχολείται με τον τρόπο που οι άνθρωποι σκέφτονται, ερμηνεύουν την εμπειρία τους και επηρεάζουν τη συμπεριφορά τους. Ωστόσο, παρά τις επιφανειακές ομοιότητες, πρόκειται για τελείως διαφορετικές προσεγγίσεις.

Το NLP αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1970 από ομάδα επιστημόνων του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια Santa Cruz, με στόχο να κατανοήσουν τι διαφοροποιεί τους ανθρώπους με εξαιρετικές επιδόσεις από τον μέσο όρο. Αντί να αναζητήσουν έμφυτα χαρίσματα ή κάποια μορφή ιδιαίτερης δύναμης, επικεντρώθηκαν στην παρατήρηση συγκεκριμένων μοτίβων σκέψης, γλώσσας και συμπεριφοράς που φαίνονταν να επαναλαμβάνονται σε ανθρώπους με σταθερά υψηλές αποδόσεις.

Στον πυρήνα του, το NLP βασίζεται στην ιδέα ότι η υποκειμενική μας εμπειρία διαμορφώνεται από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, οργανώνουμε και ερμηνεύουμε τις πληροφορίες που λαμβάνουμε από τον κόσμο γύρω μας. Με άλλα λόγια, δεν αντιδρούμε απευθείας στην πραγματικότητα, αλλά στις νοητικές αναπαραστάσεις που δημιουργούμε γι’ αυτήν. Η γλώσσα, η προσοχή, οι προσδοκίες, οι πεποιθήσεις και οι προηγούμενες εμπειρίες λειτουργούν ως φίλτρα που επηρεάζουν το πώς αντιλαμβανόμαστε μια κατάσταση και, τελικά, πώς επιλέγουμε να δράσουμε.

Από αυτή την οπτική γωνία, το NLP συνδέεται άμεσα με πολλά από τα φαινόμενα που εξετάσαμε προηγουμένως, όπως η επιλεκτική προσοχή, η αναζήτηση νοήματος, η διαμόρφωση πεποιθήσεων. Η σύνδεση αυτή δεν αφορά στην ιδέα ότι οι σκέψεις δημιουργούν ή προσελκύουν εξωτερικά γεγονότα, αλλά το γεγονός ότι επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος επεξεργάζεται πληροφορίες, λαμβάνει αποφάσεις και κατευθύνει τη δράση.

Αυτή η προσέγγιση στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τα γεγονότα που βιώνουμε αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο τα αντιλαμβανόμαστε, τα ερμηνεύουμε και τα αναπαριστούμε νοητικά. Με άλλα λόγια, δύο άνθρωποι μπορεί να βρεθούν στην ίδια κατάσταση και να αντιδράσουν εντελώς διαφορετικά, επειδή αποδίδουν διαφορετικό νόημα σε αυτό που συμβαίνει.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι η ιδέα αυτή βρίσκεται σε συμφωνία με τη σύγχρονη γνωστική νευροεπιστήμη. Ο εγκέφαλος δεν λειτουργεί ως κάμερα που καταγράφει αντικειμενικά τον κόσμο. Λειτουργεί ως σύστημα πρόβλεψης και ερμηνείας.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι σκέψεις έχουν πραγματική επίδραση στη συμπεριφορά μας, όχι επειδή εκπέμπουν κάποια μυστηριώδη ενέργεια προς το σύμπαν, αλλά επειδή επηρεάζουν την προσοχή, τη συναισθηματική μας κατάσταση, τη λήψη αποφάσεων και τελικά τις πράξεις μας. Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε, οι εικόνες που δημιουργούμε νοητικά και οι εσωτερικοί διάλογοι που αναπαράγουμε καθημερινά μεταβάλλουν τη δραστηριότητα νευρωνικών δικτύων που σχετίζονται με την προσοχή, την κινητοποίηση, την αξιολόγηση κινδύνου και τον σχεδιασμό συμπεριφοράς.

Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται η σημαντικότερη ίσως συνεισφορά του NLP: το modeling.

Από Το Αποτέλεσμα Στη Διαδικασία: Η Προσέγγιση Του Modeling

Η έννοια του modeling αποτελεί ίσως τη πιο πρακτική και επιστημονικά ενδιαφέρουσα διάσταση του NLP. Η βασική της υπόθεση είναι ότι η επιτυχία, όπως και η αποτυχία, δεν είναι τυχαία. Οι άνθρωποι που πετυχαίνουν τα αποτελέσματα που επιθυμουν σε έναν τομέα δεν διαθέτουν απαραίτητα κάποιο μυστικό χάρισμα. Πολύ συχνά χρησιμοποιούν συγκεκριμένες στρατηγικές σκέψης, μοτίβα προσοχής, τρόπους λήψης αποφάσεων και συμπεριφορές που μπορούν να παρατηρηθούν, να αναλυθούν και ενδεχομένως να διδαχθούν.

Από νευροψυχολογική σκοπιά, αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένας εξαιρετικά προσαρμοστικός οργανισμός. Μέσω της νευροπλαστικότητας, τα νευρωνικά δίκτυα αναδιοργανώνονται συνεχώς ως αποτέλεσμα της εμπειρίας, της εξάσκησης και της επανάληψης. Όταν παρατηρούμε αποτελεσματικές στρατηγικές και αρχίζουμε να τις εφαρμόζουμε συστηματικά, δεν αλλάζουμε μόνο τη συμπεριφορά μας. Σταδιακά αλλάζουμε και τα ίδια τα νευρωνικά μοτίβα που υποστηρίζουν αυτή τη συμπεριφορά.

Αυτό σημαίνει ότι τα αποτελέσματα που επιτυγχάνουμε δεν τα «προσελκύουμε», αλλά μαθαίνουμε να τα παράγουμε.

Modeling vs Manifestation

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίζεται η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στη λογική του manifestation και στη λογική του modeling.

Το manifestation εστιάζει πρωτίστως στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Ζητά από το άτομο να φανταστεί το μέλλον που επιθυμεί, να βιώσει συναισθηματικά την επιτυχία και να διατηρήσει την προσοχή του στο τελικό αποτέλεσμα.

Το modeling ακολουθεί μια εντελώς διαφορετική διαδρομή. Αντί να ρωτά «τι θέλω να συμβεί;», ρωτά «τι κάνουν οι άνθρωποι στους οποίους αυτό ήδη συμβαίνει;» Αντί να εξετάζει το αποτέλεσμα, εξετάζει τη διαδικασία, το «πώς». Αντί να επικεντρώνεται στη φαντασίωση, επικεντρώνεται στους μηχανισμούς που παράγουν το αποτέλεσμα.

Για παράδειγμα, κάποιος που επιθυμεί να αναπτύξει μια επιτυχημένη επιχείρηση δεν αρκεί μόνο να οραματίζεται την οικονομική επιτυχία. Χρειάζεται να κατανοήσει τις γνωστικές στρατηγικές, τις συνήθειες, τις αποφάσεις και τις καθημερινές συμπεριφορές που οδηγούν στο επιθυμητό αποτέλεσμα.

Από Τη Φαντασίωση Στη Γνωστική Προσομοίωση

Αυτό δεν σημαίνει ότι η φαντασία είναι άχρηστη. Η νοητική προσομοίωση και ο οραματισμός αποτελούν εξαιρετικά σημαντικά εργαλεία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Οι αθλητές υψηλών επιδόσεων, οι μουσικοί και οι χειρουργοί χρησιμοποιούν συχνά τεχνικές νοητικής πρόβας. Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στη γνωστική προσομοίωση και τη φαντασίωση.

Η φαντασίωση επικεντρώνεται στο συναίσθημα της επιτυχίας. Η γνωστική προσομοίωση επικεντρώνεται στη διαδικασία που οδηγεί στην επιτυχία. Η πρώτη προσφέρει άμεση ψυχολογική ανταμοιβή. Η δεύτερη προετοιμάζει τον εγκέφαλο για πραγματική δράση.

Υπό αυτή την έννοια, η σημαντικότερη συμβολή του NLP δεν βρίσκεται στην υπόσχεση ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο μόνο με τις σκέψεις μας. Βρίσκεται στην υπενθύμιση ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, εστιάζουμε και ενεργούμε. Και αυτό, σε συνδυασμό με τη νευροπλαστικότητα του εγκεφάλου, είναι συχνά αρκετό για να αλλάξει τα αποτελέσματα που παράγουμε στην πραγματική ζωή.

Ίσως τελικά η σύγχρονη νευροεπιστήμη και η αρχαία σοφία να συγκλίνουν περισσότερο απ’ όσο φανταζόμαστε. Οι στόχοι, η πρόθεση, ο οραματισμός και η πίστη στις δυνατότητές μας έχουν αναμφίβολα αξία. Όχι επειδή κάμπτουν τους νόμους της πραγματικότητας, αλλά επειδή επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις ευκαιρίες, λαμβάνουμε αποφάσεις και οργανώνουμε τη συμπεριφορά μας.

Η παλιά ελληνική ρήση «συν Αθηνά και χείρα κίνει» παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Η επιθυμία μπορεί να καθορίσει την κατεύθυνση, η φαντασία να ενισχύσει το κίνητρο και ο οραματισμός να προετοιμάσει τον εγκέφαλο. Είναι όμως η δράση, η προσαρμογή και η επιμονή που μετατρέπουν μια πιθανότητα σε πραγματικό αποτέλεσμα.

Η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στο να περιμένουμε από τον κόσμο να αλλάξει για εμάς, αλλά στο να αναπτύσσουμε τις γνωστικές και συμπεριφορικές δεξιότητες που μας επιτρέπουν να αλληλεπιδρούμε μαζί του πιο αποτελεσματικά. Και αυτή είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα διδαχή του NLP στο πεδίο της ανθρώπινης ανάπτυξης.

Αλεξάνδρα Ευθυμιάδου PhD
Ψυχολογία & Neuro-Linguistics
Ιδρύτρια nlpgreece®
Affiliated with NLP University, Santa Cruz, California